01.21.09
Το όνειρο της Tiessa
(Ξημερώματα Παρασκευής 9/2/2001)
Σκηνή 1
Βρισκόμαστε με τον Κώστα μέσα σε ένα παράξενο, εντελώς κλειστό κάστρο και ξέραμε ότι θα παρακολουθούσαμε μια καταστροφή. Φαίνεται σαν να είχε προηγηθεί μια ταινία ή ένα βιβλίο το οποίο ο Κώστας ήξερε πάρα πολύ καλά και μπορούσε κάθε στιγμή να ανακαλεί το κατάλληλο τμήμα του, αλλά κι εγώ είχα μια ιδέα για το τι είχε γίνει. Αυτή τη φορά πάντως ήμασταν μέσα στην ταινία και θα τη ζούσαμε εμείς, σαν να προσπαθούσαμε ίσως να αποτρέψουμε το κακό που ήταν να γίνει.
Θεωρητικά το κάστρο ήταν ερμητικά κλειστό. Βρισκόταν σε ένα γκρίζο τοπίο. Ολόκληρο το όνειρο διαδραματίστηκε στις αποχρώσεις του γκρίζου, από το ανοιχτό, λαμπερό μεταλλικό μέχρι το κατάμαυρο. Δεν θυμάμαι ούτε υποψία άλλου χρώματος.
Αυτό που περιμέναμε ότι θα συνέβαινε ήταν πως το εξωτερικό περιβάλλον ήταν πολύ εχθρικό κι αν αλλοιώνονταν οι τοίχοι που προστάτευαν το κάστρο, τότε αυτό θα διαλυόταν, αλλά μαζί του θα καταστρεφόταν και η ζωή του πλανήτη. Ωστόσο και το ίδιο το κάστρο, μέσα του, ήταν γεμάτο από επικίνδυνα κατασκευάσματα που μας απειλούσαν.
Ο Κώστας μού έδωσε ένα όπλο που πετούσε μακριά καρφιά και με συμβούλεψε να πυροβολώ όσα πλάσματα με πλησιάζουν, επειδή είναι όλα επικίνδυνα. Από το δωμάτιο που βρισκόμαστε, το οποίο υποτίθεται πως ήταν σχετικά ψηλά στον πύργο (πρώτο ή δεύτερο όροφο αλλά όχι ψηλότερα) έβλεπα έξω από ένα θωρακισμένο τζάμι την γκρίζα επιφάνεια. Φαινόταν να έχει μια θαμνώδη, φτωχή βλάστηση (τύπου ελληνικού ξεροβουνιού) αλλά σε πιο σκούρο γκρίζο χρώμα. Από την άλλη μεριά του δωματίου ήταν η πόρτα που έβγαζε σε έναν διάδρομο.
Γύρισα και πυροβόλησα ένα πλάσμα στο διάδρομο κι εκείνο έπεσε πίσω. Ήταν κάποιο κατασκεύασμα που έμοιαζε λίγο με σκούρο ρομπότ. Μετά, αν και ήξερα ότι δεν πρέπει να το κάνω, γύρισα το όπλο μου σε έναν τοίχο και τράβηξα ξανά τη σκανδάλη. Πετάχτηκαν δυό καρφιά μαζί, παράλληλα και χώθηκαν στον τοίχο. Είδα τότε, όπως δείχνει καμιά φορά στην τηλεόραση, να τρέχει το ρεύμα μέσα σε καλώδια με μεγάλη ταχύτητα, τα καρφιά να τρέχουν με τρομερή ταχύτητα μέσα στον τοίχο. Είπα: «Αυτός είναι ο τρόπος που καταστράφηκαν τελικά τα τοιχώματα του κάστρου. Όταν θα φτάσει αυτή η ζημιά στους εξωτερικούς τοίχους, τότε ο έξω κόσμος θα εισβάλει μέσα και θα καταστρέψει το κάστρο».
Εκείνη την ώρα κάτι βαρύ μεταλλικό έπεσε στο πάτωμα. Δεν ξέρω τι ήταν και δεν ξέρω αν το έριξε κανένας από μας. Αμέσως όμως είδα, όπως ακριβώς δείχνει και στα έργα, να αφυπνίζεται ένα λαμπρό μεταλλικό ρομπότ σε κάποιο από τα κατώτερα επίπεδα και να ξεκινάει να τρέχει στους διαδρόμους, κι αυτό με μεγάλη ταχύτητα. Συζητήσαμε ότι αυτό ήταν ο επόμενος εχθρός μας κι ότι θα έπρεπε να είμαι σε εγρήγορση με το όπλο που πετούσε καρφιά επειδή αυτό ήταν πιο επικίνδυνο από τα άλλα. Πάντως, παρά την εσωτερική απειλή και την επικείμενη καταστροφή δεν θυμάμαι ούτε άγχος ούτε φόβο.
Ξαφνικά, παρατήρησα από το παράθυρο την εξωτερική επιφάνεια να αλλοιώνεται, σαν να ήταν θάλασσα και να έρχεται ένα κύμα να χτυπήσει το παράθυρο. Φαντάστηκα ότι ήταν η ώρα της καταστροφής, αλλά το κύμα χτύπησε το παράθυρο χωρίς να γίνει τίποτα. «Δεν έγινε η καταστροφή ακόμα», παρατήρησα. «Αλλά δεν ξέρω αν θα γλιτώσουμε από το επόμενο κύμα».
Σκηνή 2
Δεν ξέρω πώς ακριβώς, αλλά βρεθήκαμε με τον Κώστα και τη μητέρα μου σε ένα εστιατόριο έξω από το κάστρο, όχι και πολύ μακριά. Δεν θυμάμαι αν κρατούσα το όπλο, πάντως είχα την αίσθηση της επικείμενης καταστροφής, και πάλι όμως χωρίς φόβο.
Καθόμασταν σε κάποιο τραπεζάκι έξω. Όλα γύρω μας ήταν γκρίζα και πάλι. Παραγγείλαμε κάτι για φαγητό, δεν θυμάμαι τι, αλλά θυμάμαι πως μας έγραψε την τιμή ο/η σερβιτότορος/α (δεν ξέρω αν ήταν άντρας ή γυναίκα). Η τιμή ήταν 3.25 με μεγάλα, καθαρά, μαύρα γράμματα. Συζητήσαμε ότι μάλλον το ποσό ήταν σε Ευρώ. Μετά όμως, κάποιος, μάλλον η μητέρα μου αποφάσισε να αλλάξει κάτι από την παραγγελία ή ίσως να το ακυρώσει. Έτσι, έφυγα από το τραπέζι και κατέβηκα δυό-τρία σκαλιά και μπήκα στο εστιατόριο. Έκανα την αλλαγή, και μου έγραψε και πάλι με μεγάλα, καθαρά, μαύρα γράμματα το τελικό ποσό: 2.75.
Γύρισα στο τραπέζι. Κάναμε συζήτηση για το τι έμελλε να γίνει. Κάποιος εξήγησε ότι όλα αυτά ήταν συνέπεια της δουλειάς του Χ (όνομα που αναφέρθηκε αλλά δεν θυμάμαι). Ο Χ έφτασε στον πλανήτη, έχτισε το κάστρο-εργαστήριο και ξεκίνησε κάποια πειράματα. Πέθανε όμως κάποια στιγμή (δεν εξηγήθηκε αν ήταν από φυσικά αίτια ή όχι) και το πείραμα ξέφυγε από τον έλεγχο.
Σκηνή 3
Φύγαμε από το εστιατόριο και γυρίσαμε στο κάστρο. Απέξω ήταν μαζεμένος κόσμος και έβλεπε πάνω σε μια ψηλή, τετράγωνη έπαλξη. Εκεί βρισκόταν ένας δράκος. Ήταν κατάμαυρος. Δεν ήταν τεράστιος, ούτε και ιδιαίτερα μεγάλος ή τρομαχτικός. Η εμφάνισή του είχε περισσότερο τη χροιά εμφάνισης κάποιου οιωνού κι όχι κάποιας απειλής. Είχε ένα κάπως κροκοδειλένιο κεφάλι, και περίεργα μέλη που έμοιαζαν με μέλη δράκου.
«Φάνηκε η Ηγέρια», είπε κάποιος. «Τώρα το τέλος είναι κοντά».
Ωστόσο, παρόλο που ήμουνα σίγουρη ότι δεν υπάρχει επιστροφή, σκέφτηκα ότι έπρεπε να το πολεμήσουμε. Το κοίταξα. Ήταν κατάμαυρο, πάνω σε γκρίζο φόντο (γκρίζο ουρανό).
Ξύπνησα. Δεν είχα την αίσθηση ότι ήταν εφιάλτης. Δεν ήμουνα καθόλου φοβισμένη.
10.28.08
H QuelMarth ονειρεύεται
ότι κάποιοι παντρεύονται την ώρα που θα έπρεπε να παντρεύεται αυτή κι ένας ξανθός δένει τα κορδόνια του φορέματός της
όλο το όνειρο εδώ.
Αρχέτυπα: Άνιμους
Συμβολική Δραστηριότητα: Γάμος (συζυγία)
Επίσης η QuelMarth ονειρεύεται μια πεταλούδα, μια πορτοκαλί γατούλα κι ένα λιονταράκι στο σπίτι της. Ποιά πλευρά της προσωπικότητάς της άραγε αντιπροσωπεύει το καθένα; Το όνειρό της εδώ.
Κι άλλα πολλά όνειρά της μπορείτε να δείτε εδώ
04.15.08
Αποχαιρετισμός από την Ανθή
Είδα ένα άτομο που με έχει γοητεύσει πολύ ότι ήταν μακριά μου και ήθελε να με αποχαιρετίσει καθώς ήμουν έτοιμη να φύγω από το μέρος όπου είχα πάει για να τον επισκεφτώ. Ήταν λοιπόν μακριά μου και κρατούσε μια ανθοδέσμη με λουλούδια. αυτά τα λουλούδια ήταν μόνο τα κοτσάνια τους. και προσπαθούσε να βάλει και κάτι άλλο στην ανθοδέσμη για να μου τα δώσει. Προσπαθούσε να την φτιάξει όμορφη, όλο πρόσθετε κάτι και μετά το αφαιρούσε. κάποια στιγμή ανάμεσα στα κοτσάνια έβαλε ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα και του είπα από μακριά «έλα ωραίο είναι». Και γύρω από το μπουκέτο έβαλε ένα περιτύλιγμα λευκό. ήρθε τρέχοντας και αφού με πλησίασε με μου έδωσε τα λουλούδια, με αγκάλιασε, με σήκωσε ψηλά και μου έβαλε ένα δακτυλίδι στο χέρι. σε ένα δάκτυλο που ήδη φορούσα ένα δακτυλίδι. Το ένα δακτυλίδι έμοιαζε με βέρα και το άλλο είχε διαμαντάκια. Δεν ξέρω ποιο από τα δυο μου είχε προσφέρει, πάντως αυτό με τα διαμαντάκια μου ήταν λίγο μεγάλο και η βέρα το συγκρατούσε. στην πραγματικότητα φοράω ένα δακτυλίδι με διαμαντάκια. Αυτός ο άνθρωπος όταν με σήκωσε αγκαλιά, αν και στην πραγματικότητα είναι πολύ κοντός ήταν ψηλός. δίπλα ακριβώς βρισκόταν η μητέρα μου η οποία δυσανασχέτησε με αυτή την “δέσμευση”. Εγώ όμως ήμουν ευτυχισμένη και αυτός το ίδιο. Με αποχαιρέτισε και είπαμε ότι θα τα πούμε σύντομα και ήμουν σίγουρη ότι θα ξαναβρεθούμε και αυτός ένιωσα ότι το ήθελε πολύ και το πήγαινε μακριά, ενώ εγώ ήμουν πιο άνετη.
01.08.08
Όνειρο – παράδειγμα για ανάλυση
Μας ήρθε ένα όνειρο με e-mail και επειδή είναι αρκετά αναλυτικό σκέφτηκα ότι μπορεί να αποτελέσει ένα πάρα πολύ καλό δείγμα για να φτιάξουμε ένα παράδειγμα για το πως μπορούμε να αναλύσουμε ένα όνειρο.
Θα χωρίσουμε πρώτα το όνειρα σε τρία τμήματα:
Εισαγωγή
“Δουλεύω σε ένα μαγαζί, το οποίο πουλάει αθλητικά είδη αλλά έχει
παραδόξως και χριστουγεννιάτικα είδη, γιρλάντες, στολίδια, φουσκωτά
παιχνίδια για τα παιδιά κ.τ.λ. μπαίνει μία οικογένεια μέσα με μια
χοντρή μαμά η οποία ήταν αρκετά ορμητική και λίγο χωριάτα στους τρόπους
(απαιτητική δηλαδή χωρίς να σκέφτεται τους άλλους, θέλοντας να τα
τακτοποιήσει όλα εδώ και τώρα) και δυο παιδιά (αγόρια) εκ των οποίων
το μεγαλύτερο ήταν ίσως λίγο καθυστερημένο, πάντως ήταν σίγουρα θρασύ
και δίχως ενσυναίσθηση, ίσως και κακό θα το χαρακτήριζα…”
Δράση
“Αυτοί ξεχύνονται μέσα στο μαγαζί και αρχίζουν και ζητάνε πράγματα, εγώ
προσπαθώ να τους εξυπηρετήσω αλλά είναι δύσκολο πρώτον γιατί ζητάνε
πολλά και χωρίς υπομονή και τα πιτσιρίκια τριγυρνάνε από δω και από κει
δημιουργώντας ένα κλίμα πανικού και σύγχυσης και από την άλλη γιατί το
ίδιο το μαγαζί είναι ανακατεμένο και ατακτοποίητο… έψαχνα συγκεκριμένα
ένα παπούτσι που δεν το έβρισκα πουθενά και το έψαχνα με αγωνία και
αισθανόμουν άσχημα, πρώτον γιατί εγώ είχα αναφέρει επανειλημμένως ότι
το μαγαζί έτσι είναι δυσλειτουργικό, δεύτερον γιατί εκτιθόμουν απέναντι
στους πελάτες, ντρεπόμουν και τέλος γιατί αυτοί θα έφευγαν και δεν θα
ανέβαζα τον τζίρο μου ακόμη περισσότερο (είχαν ήδη ωστόσο ψωνίσει
αρκετά, ένα αρκετά μεγάλο ποσό για το μέγεθος του μαγαζιού, είχαν πάρει
πολλά πράγματα). Εκείνη τη στιγμή που έψαχνα το παπούτσι και έλεγα ότι
τα τακτοποίησε η μάνα μου ως δικαιολογία που δεν το έβρισκα ήρθε ο
μικρός και μου έπιασε με το χέρι του τον πισινό αλλά όχι παιχνιδιάρικα,
πρόστυχα. Γύρισα απότομα, το κοίταξα και αμέσως μετά την μητέρα του, η
οποία ωστόσο σαν να αισθανόταν περήφανη για την πράξη του γιου της αλλά
προσπαθούσε να το κρύψει. Το παιδί δεν έδειχνε καθόλου ενδιαφέρον για
τα συναισθήματα μου και χαμογελούσε, ούτε έδειχνε ενδιαφέρον για την
αγωνία που είχα να τους εξυπηρετήσω… εγώ άρχισα να της λέω τι είναι
αυτά που κάνει το παιδί σας κτλ αλλά καθότι δεν έδειχνε να το
αποδοκιμάζει τότε εγώ άρχισα να φωνάζω και να λέω ότι αν δεν το μαζέψει
και δεν το βάλει σε μία τάξη θα φωνάξω την αστυνομία να τους πετάξει
έξω! Τότε αυτή μαζεύτηκε και πήρε το παιδί από κοντά το οποίο
εξακολουθούσε να έχει ένα βλέμμα δόλιο… εν τέλει πλήρωσαν όλα όσα είχαν
ψωνίσει και έφυγαν ανακουφισμένοι και η μάνα με το μικρό της και εγώ.
Μόνο ο μεγάλος γιος έδειχνε να μην είχε πρόβλημα με την κατάσταση ως
είχε… σε όλη αυτή τη φάση ήταν παρούσες, «απούσες» στο μαγαζί και οι
δυο μου αδερφές που δεν με βοηθούσαν στην εξυπηρέτηση γιατί ήταν κάτι
που το είχα αναλάβει εγώ… ωστόσο αν και το γνώριζα ότι ήταν δική μου
δουλειά ευελπιστούσα εσωτερικά, χωρίς να τη ζητάω, σε κάποια βοήθεια
που θα με έβγαζε από αυτόν τον πανικό και το άγχος… έβλεπαν όμως είχαν
γνώση της κατάστασης.”
Κατάληξη
“Όταν έφυγαν τους είδα από το παράθυρο να παίζουν στο χιόνι με τα
παιχνίδια που αγόρασαν και να γελάνε… τότε τα κοίταξα αρκετά πιο ήρεμη
πια και είπα κοίτα τα τι όμορφα που παίζουν, αισθάνθηκα όμορφα και λίγο
περήφανα καθώς παρόλο που γινόταν ένας πανικός μέσα στο μαγαζί και εγώ
αισθανόμουν τόσα πράγματα, (πίεση, άγχος, αγωνία) κατάφερα και βρήκα
και τους πούλησα κάποια παιχνίδια έτσι ώστε να μπορούν αυτά να
διασκεδάσουν και να χαρούν. Το αισθάνθηκα ως προσφορά. Η μάνα τους
συνέχιζε να τα κυνηγάει έτοιμη να κάνει κριτική αλλά τα άφηνε να
παίζουν πλέον και τα έβλεπε και χαιρόταν ίσως και λίγο κρυφά…και ας
ήταν αυτά στη χιόνι θα βρεχόντουσαν θα λερωνόντουσαν αλλά τα άφηνε…
Ξύπνησα σφιγμένη, τσιτωμένη, με τα δάχτυλα σφιγμένα μέσα στις παλάμες,
σε αμυντική θέση. Σαν να είχα βγει από μία μεγάλη μάχη, έναν μεγάλο
αγώνα πολύ αγχωτικό πιεστικό που με έβαζε σε έναν πανικό και μου άφηνε
πολύ πολύ κούραση αλλά στο τέλος και κάποια χαρά…”
Από την εισαγωγή μαθαίνουμε για το περιβάλλον στο οποίο εξελίσσεται το όνειρο και για τα κεντρικά πρόσωπα:
- Περιβάλλον: Κατάστημα – χώρος εργασίας (κατάσταση: ανακατεμένο και ατακτοποίητο)
- Πρόσωπα:
- μαμά (χοντρή, ορμητική, απαιτητική, εγωίστρια, κτλ)
- δυο παιδιά (αγόρια)
- το μεγαλύτερο: λίγο καθυστερημένο, θρασύ, δίχως ενσυναίσθηση, και κακό
Από τη δράση μαθαίνουμε για τα σύμβολα-αντικείμενα που περιστρέφεται γύρω τους το όνειρο και την πράξη στην οποία εμπλέκεται περισσότερο ο κύριος χαρακτήρας και τα συναισθήματα κατά τη διάρκειά της.
- Σύμβολα: Παιχνίδια για παιδιά, ένα παπούτσι
- Πράξη Αναζήτηση ενός παπουτσιού
- Συναισθήματα: Αγωνία, άσχημα συναισθήματα,πίεση, άγχος, εκτιθόμουν, ντροπή και τέλος
γιατί αυτοί θα έφευγαν και δεν θα ανέβαζα τον τζίρο μου ακόμη
περισσότερο (είχαν ήδη ωστόσο ψωνίσει αρκετά, ένα αρκετά μεγάλο ποσό
για το μέγεθος του μαγαζιού, είχαν πάρει πολλά πράγματα)
Επίσης μαθαίνουμε περισσότερα πράγματα για τους χαρακτήρες και το πως επηρεάζουν τον κύριο χαρακτήρα (συναισθηματικά):
“ήρθε ο
μικρός και μου έπιασε με το χέρι του [..] εγώ άρχισα να φωνάζω και να λέω ότι αν δεν το μαζέψει
και δεν το βάλει σε μία τάξη θα φωνάξω την αστυνομία να τους πετάξει
έξω!”
Στη δράση εμφανίζονται κι άλλα πρόσωπα:
- (άμεσα) οι
δυο μου αδερφές (παρούσες, «απούσες») “ευελπιστούσα εσωτερικά σε κάποια βοήθεια” - (έμμεσα) η μάνα μου “έλεγα ότι
τα τακτοποίησε η μάνα μου ως δικαιολογία που δεν το έβρισκα”
Στην κατάληξη βλέπουμε τα καινούρια συναισθήματα που γεννιούνται στο τέλος και μια αισιόδοξη νότα
- Συναισθήματα: ήρεμα, όμορφα, λίγο περήφανα
Φυσικά μπορούμε να δούμε και τα άλλα πρόσωπα και τα δικά τους συναισθήματα:
Ικανοποίηση, χαρά
Όμως είναι πολύ σημαντικά και τα συναισθήματα που αισθανόμαστε όταν ξυπνήσουμε:
Συναισθήματα: σφιγμένη, τσιτωμένη
——————-
Μετά από αυτήν ανάλυση, θα πρέπει ο ονειρευτής να συσχετιστεί με αυτά τα πρόσωπα που είδε. Δηλαδή να καταλάβει το κάθε πρόσωπο ποιο κομμάτι του εαυτού του εκπροσωπεί. Έπειτα να μεταφέρει την πράξη του ονείρου στην πραγματική ζωή κι έτσι να την εντοπίσει. Τι σημαίνουν για αυτόν τα διάφορα σύμβολα-αντικείμενα που είδε. Μετά να βρει τους λόγους που είχε όλα αυτά τα συναισθήματα κι αν είναι αρνητικά πως θα μπορούσε να τα αλλάξει σε κάτι πιο θετικό. Μήπως θα έπρεπε να αντιμετωπίσει διαφορετικά τους άλλους χαρακτήρες αν είναι αυτοί που το επηρεάζουν αρνητικά; Τέλος να εκμεταλλευτεί τα θετικά συναισθήματα που υπάρχουν στην κατάληξη ώστε να πάρει θάρρος για την όποια αντιμετώπιση.
Powered by ScribeFire.
12.17.07
Μάς έστειλε η Μαρία:
Ήταν ένας ξένος στο σπίτι μου, στο πατρικό και δεν του έδινα σημασία(λες και ήταν φυσιολογικό να τριγυρίζει ένας άγνωστος στο σπίτι μου…) και μου ζήτησε αναπτήρα. Τελείως φυσιολογικά του έδωσα έναν πολυ ωραίο αναπτήρα( που όντως έχω) και συνέχιζα να είμαι αδιάφορη. Το κάπνισμα απαγορεύεται ρητά σπιτι μου και πήγε έξω, απο το μπαλκόνι της κρεβατοκάμαράς μου να καπνίσει.
Αποδείχθηκε όμως ότι δεν ήθελε να καπνίσει… Αύτος ήταν ένας μάγος-ας πουμε- και με ενα τρόπο μαγικο εμφάνισε να δω για λίγο ….την κόρη μου!!!
Επαναλβάνω ότ είμαι νεαρή σε ηλικία και κρίσης του στυλ πότε θα γίνω μάνα, δεν έχω…
Έτσι, μπαίνει μέσα πάλι ο ξένος και μπαίνει μαζί του ενα γλυκυτατο κοριτσάκι, τρέχει, τον προσπερνάει και κατευθύνεται καταπάνω μου!!! Ασυνείδητα σκίβω, το παίρνω την αγκαλιά μου και ρωτάω τον ξένο : “τι είναι αυτό?”……εννοώντας το κοριτσάκι…μου απαντάει: “δε σου θυμίζει τίποτα?”…..κοιτάζω έντρομη το κοριτσάκι και αρχίζω να παρατηρώ απίστευτες ομοιότητες με μένα….!!! Συνειδητοποιώ λοιπόν οτι αυτό είναι……..η κορούλα μου!!! Ο ξένος αντιλαμβάνεται από τις αντιδράσεις μου ότι κατάλαβα τι έχω στην αγκαλιά μου και μου εξηγεί πως απλά την έφερε από το μέλλον να τη δω για λίγο…..
Κατα ένα περίεργο τρόπο, δεν υπονοείται καθόλου στο όνειρο ότι αυτός είναι ο πατέρας της. Εξάλλου, μου είναι και τελείως αδιάφορος σε όλο το όνειρο.
Ρώτησα λοι΄πόν το κοριτσάκι πως το λένε και μου είπε Αριάδνη… Εκεί έχω σκαλώσει εγω περισσότερο!!!! Οτι θυμάμαι ξεκάθαρα το όνομά της! Δεν ξέρω καμία Αριάδνη… Ποτε δεν γνώρισα… Δεν ξέρω πως μου ήρθε!
10.15.07
Όνειρο από τη Σ.: Το γυναικείο αρχέτυπο σε εξώφυλλο βιβλίου
Ήμουν εγώ, 2 φίλες μου, μια καθηγήτρια μου και μια κοπέλα που την αντιπαθώ όσο κανέναν άλλον. Ήμασταν σε 2 αυτοκίνητα και κάναμε βόλτες. Ένα ασημί όπου μέσα σε αυτό βρισκόμουν εγώ και μια από τις φίλες μου και πίσω μας βρισκόταν το αυτοκίνητο της κοπέλας που μισώ με την άλλη φίλη μου. Παρεμπιπτόντως το αυτοκίνητο της ήταν μαύρο. Κάναμε βόλτες ώσπου φθάσαμε σε μια βιβλιοθήκη. Μπήκαμε μέσα. Τα βιβλία ήταν τοποθετημένα στην μέση σαν πυραμίδα. Διάλεξα ένα όπου στο εξώφυλλό του είχε μια γυναίκα με μαύρα ρούχα και μαύρα μακριά μαλλιά. Το πήρα και βγήκα έξω. Μπήκα στο αυτοκίνητο και η καθηγήτρια μου μου είπε ότι δεν μπορούσα να το πάρω μαζί μου γιατί η βιβλιοθήκη έκλεινε. Έξω είχε νυχτώσει. Μπήκα μέσα να το επιστρέψω και όλος ο κόσμος έτρεχε. Ένας άνδρας με μαύρο κουστούμι τους έδιωχνε. Μπήκα στο χώρο όπου βρισκόντουσαν τα βιβλία και το άφησα. Πάνω σε ένα τραπέζι βρήκα ένα καθρεφτάκι. Το έπιασα, αλλά εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο άνδρας με τα μαύρα! Και με ρώτησε τι κάνω εκεί. Το πέταξα και είδα τη γυναίκα που ήταν εξώφυλλο στο βιβλίο να βγαίνει από μια πόρτα. Έφυγα τρέχοντας. Η γυναίκα αυτή πρέπει να ήταν φάντασμα. Το βράδυ ήρθε σπίτι μου και προσπάθησε να με πνίξει. Με έπιανε από τον λαιμό. Ήταν τόσο ζωντανό όνειρο, όταν προσπάθησε να με πνίξει πονούσα στην πραγματικότητα.
07.28.07
Στο φως
Κοιμήθηκα στ’ ανάμεσο του γιασεμιού και τ’ αγιοκλήματος
κι ήτανε και μια κόρη εκεί στο προσκεφάλι μου,
ωραία κι αγνή,
κι αμίλητη
σαν τις ασημοπρόσωπες τις διαλεχτές του Κλήδονα.
Νότες των αρωμάτων έντυναν κάθε καινούρια ανάσα μου,
κι η μαγεμένη κόρη έπλεκε πλεξούδα τα μαλλιά μου
με τ’ αστραφτερά δικά της.
Έμεινα εκεί,
μια μ’ ανοικτά μια με κλειστά τα μάτια να κοιτώ,
να προσπαθώ να ξεχωρίσω μυρωδιές
και χρώματα λουσμένα ασήμι σεληνιακό,
να προσπαθώ ν’ ακούσω τους αργούς και σιγανούς παλμούς της.
Κι ύστερα πήρε ο χρυσός να κρύβει τ’ ασημοστολίσματα
και ξύπνησα –
στην αγκαλιά του ξύπνησα,
πλεγμένα με τις ηλιαχτίδες τ’ ακατάστατα μαλλιά μου.
Ξύπνησα.
Όπου ‘χει ασήμι τ’ όνειρο που με συντρόφευσε τη νύχτα αυτή,
έχει χρυσό η αλήθεια μου.
[Ο ουρανός πού ‘χει φανερωθεί στα μάτια τα δικά μου
είν’ την ευγνωμοσύνη π’ αγαπά.]
από την Αταλάντη
01.10.07
Καταστροφολογικό Όνειρο από τον Atrelegis
Μου έστειλε ο Atrelegis το γεμάτο όνειρο από δράση, κίνηση και σκηνοθετικά τρικ:
Κανονικά θα προσέθετα εικόνες, αλλά δε βρίσκω τίποτα να ταιριάζει. Είδα το όνειρο πριν μερικές βδομάδες και ήταν από τα πιο ζωντανά που έχω ονειρευτεί.
Ξεκινούσε με μια πανοραμική άποψη 3/4 μια πόλης που έβλεπε στη θάλασσα, μιας πόλης με ουρανοξύστες, φωτισμένης από πράσινα και γαλάζια φώτα νέον. Κάτι συνέβαινε μέσα στην πόλη, αλλά δε μπορούσα να το διακρίνω. Ήταν σα να έβλεπα το trailer μιας καινούριας ταινίας. Κάπου στο βάθος έγινε μια έκρηξη και μετά ακολούθησαν και άλλες. Ένα περίεργο σκάφος πέρασε πάνω από τη πόλη και σάρωσε ένα τμήμα της με μια περίεργη ακτίνα, αφήνοντας πίσω του κάτι σαν τείχος φωτιάς.
Η ‘κάμερα’ διείσδυσε ανάμεσα από τα κτήρια, δείχνοντάς μου μια μάχη που γινόταν στο έδαφος και τον αέρα, ανάμεσα σε ανθρωπόμορφες φιγούρες (δε μπορώ να προσδιορίσω αν ήταν άνθρωποι ή κάτι άλλο), μαζί με άλλες εκρήξεις.
Ένας περίεργος ουρανοξύστης (και δεν ήταν ο μοναδικός στην πόλη) φτιαγμένος από γυαλί και μάλλον μέταλλο, άρχισε να λικνίζεται σα φίδι και από την κορυφή του εμφανίστηκε ένα πολυβολείο που άρχισε να ρίχνει ακτίνες που σάρωναν την πόλη. Μια από τις ανθρωπόμορφες φιγούρες (η ‘κάμερα’ ξαφνικά ακολουθούσε την πλάτη του, καθώς πηδούσε από κτήριο σε κτήριο) πήδηξε πάνω στο πολυβολείο, το κατέστρεψε και ύστερα εκτοξεύτηκε μακριά, πέφτοντας με ορμή πάνω στην ταράτσα ενός άλλου κτηρίου, διαπερνώντας έξι ορόφους πριν σταματήσει, ενώ ο ουρανοξύστης έπεσε.
Η οπτική άλλαξε, δείχνοντας παράθυρα τηλεόρασης με ειδικούς που μιλούσαν για τη χρήση της εξωγήινης τεχνολογίας στον πόλεμο και πρώτο δείγμα των αποτελεσμάτων της στην πρόσφατη καταστροφή της Τεχεράνης (!) δείχνοντας σκηνές από τη μάχη που είδα πριν.
Αλλαγή οπτικής σε δύο γυναίκες που αθλούνταν, μάνα και κόρη, κάνοντας κάποιες στάσεις μιας πολεμικής τέχνης μέσα σε ένα δωμάτιο. Πίσω από ένα τζάμι, δύο άνδρες συζητούσαν για τις πρότυπες στολές και τη δοκιμή τους. Ο ένας άνδρας ήταν σίγουρος και χαμογελαστός ενώ ο άλλος του τα ‘έχωνε’ επειδή θεωρούσε άσκοπη τη δοκιμή σε κοντινά εγκαταλελειμμένες τράπεζες.
Μερικές μέρες πριν, στη δοκιμή:
Οι δυο γυναίκες είναι ντυμένες με στολές από μαύρο δέρμα που καλύπτουν το σώμα τους. Επάνω στις στολές είναι μεταλλικές πλάκες που καλύπτουν συγκεκριμένα μέρη του σώματος, επομένως δεν παίζει να ήταν πανοπλίες. Τα σημεία ήταν:
Στήθος, πάνω από την καρδιά, όπου κάτι σα βαλβίδα ήταν τοποθετημένο στο κέντρο.
Αριστερό και δεξί χέρι, δύο μικρά εξαρτήματα πάνω από τους δικέφαλους και τρικέφαλους.
Στα πόδια, επάνω στις γάμπες
Στη σπονδυλική στήλη, με μικρά εξογκώματα που έμοιαζαν με πιστόνια που ‘κλείδωναν’ αυτομάτως πάνω στη στολή.
Η ‘κάμερα’ απομακρύνθηκε, πάλι σε προοπτική 3/4 και έδειξε το χώρο, από το προαύλιο μιας μεγάλης έπαυλης, πέρα από 2 φράχτες με συρματόπλεγμα, μέχρι ένα γκρίζο παλιό κτήριο. Αν και υπήρχε δρόμος, το να φτάσει κάποιος περπατώντας ως εκεί θα έπαιρνε τουλάχιστον μισή ώρα.
Σε αυτό το σημείο ήρθε το καλύτερο σημείο του ονείρου:
Έβλεπα μέσα από τα μάτια της “μητέρας” μάλλον, αλλά ένιωθα και ό,τι ένιωθε. Ξεκίνησαν να τρέχουν, πηδώντας πάνω από τον πρώτο φράχτη (κάπου στα 2 μέτρα ύψος), κυλώντας στο έδαφος και χωρίς να σταματήσουν σηκώθηκαν, έτρεξαν και πέρασαν το δεύτερο φράχτη.
Έτρεχε με τρομερή ταχύτητα, νιώθοντας εκείνη την περίεργη αίσθηση (όχι ακριβώς κούρασης) που νιώθεις όταν τρέξεις τουλάχιστον 5-6 λεπτά γρήγορα, αλλά χωρίς να κουραστείς. Δεν ήταν ακριβώς αδρεναλίνη, ούτε υπεράνθρωπη προσπάθεια, αλλά έτρεχαν με εξωφρενική ταχύτητα.
Έφτασαν μπροστά από την πόρτα οποία ήταν κλειδωμένη και γυάλινη) και πήδηξε, όπως ακριβώς κάποιος θα πηδούσε από βατήρα μέσα στο νερό, με τα χέρια και το σώμα τεντωμένα σα βέλος. Διαπέρασε με ευκολία το τζάμι και με αμείωτη ταχύτητα, πήδηξε από το μαρμάρινο πάτωμα του λόμπι επάνω στην πρώτη οριζόντια κολώνα που βρισκόταν ενάμιση μέτρο επάνω. Έκανε μια περιστροφή 180 μοιρών, άφησε την κολώνα και άρπαξε την επόμενη, λίγο ψηλότερα, με το άλλο χέρι. Επανέλαβε την ίδια κίνηση, γυρνώντας στον αέρα προς το περβάζι του δεύτερου ορόφου που κοιτούσε στο λόμπι και γαντζώθηκε εκεί με τις μύτες των ποδιών της από τα κάγκελα.
Έκανε ένα άλμα ψαλιδάκι, αφήνοντας το περβάζι και προσγειώθηκε στην άλλη άκρη του λόμπι, ενώ η κόρη την προσπερνούσε τρέχοντας. Πήδηξε και πάλι με χέρια και σώμα τεντωμένο, αυτή τη φορά περιστρέφοντας το σώμα της για να προσπεράσει την κόρη…
Και ύστερα ξύπνησα. Μπορώ να πω πως είναι ελάχιστες οι φορές που έχω ξυπνήσει με χειρότερη διάθεση. Είχα νιώσει ό,τι ένιωθαν, εκείνη την ευχάριστη ανατριχίλα που σε διαπερνά όταν πέφτεις από μεγάλο ύψος, μαζί με εκείνη την περίεργη σιγουριά όμως ότι δεν πρόκειται να πάθεις τίποτα.
Θα τον βρείτε στο blog του: Γωνίτσα του Γκρινιάρη
12.17.06
Σκιές πάνω από την Αθήνα
Ένα όνειρο που μας έστειλε η Παναγιώτα:
Είμαι στην Αθήνα, βραδιάζει, οι άνθρωποι σκυνθρωποί αλλά δεν με πειράζει περπατάμε μαζί.
Ξαφνικά μαύρες σκιές σκοτεινιάζουν ακόμα περισσότερο τον ουρανό και οι άνθρωποι τρέχουν φοβισμένοι να κρυφτούν, δεν φοβάμαι καθόλου αλλά τρέχω ίσως είμαι πολύ αθώα για να καταλάβω τον κίνδυνο.
Τρέχουμε τώρα να κρυφτούμε μπροστά μου είναι μια σκιά ένα μαύρο πουλί με ανάστημα ψιλού ανθρώπου σκελετωμένο, δεν φοβάμαι. Στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να το αγγαλιάσω, είναι τόσο αδύνατο. Φεύγω αλλά δεν φοβάμαι.
Βλέπω ένα έρειπο περίπτερο και μπαίνω μέσα γονατίζω, σηκώνω δειλά το κεφάλι μου και βλέπω έναν όμορφο ξανθό άντρα, σαν άγγελο, να πλησιάζει τον αφήνω να με δει να πλησιάσει και εκείνος χωρίς να πει κουβέντα με χτυπά με ένα μαδέρι έτσι όπως ήμουν γονατισμένη, φεύγω και τρέχω.
Είμαι μπερδεμενη τί είδε γιατί με χτύπησε;
Παιρνώ μπροστά απο τον πύργο των Αθηνών γέρνω το κεφάλι μου να με δω στο τζάμι.
Είμαι μαύρο πουλί ψιλό σκελετωμένο ανοίγω τα φτερά μου και πετάω με τόση δύναμη ψιλά, είμαι τεράστιο, είμαι δυνατό, είμαι τα πάντα αλλά… .
Τώρα πια η πολή είναι μέσα σε ενα κρατήρα μόνο φωτάκια βλέπω από πάνω μαύρα σύννεφα, και εγώ κλαίω, κλαίω δεν μπορώ να κατέβω, με φοβούνται. Γύρω μου μάυρο κενό ποιο κει ίσως άλλο πουλί, αλλά εγώ κοιτάω κάτω τόσο μόνη θλιμμένη.
Εδώ βλέπουμε δυο κεντρικά αρχέτυπα:


Τη Σκιά και το Αιώνιο Παιδί
Εδώ βλέπουμε τον κλασσικό φόβο, των περισσότερων ανθρώπων όπως φαίνεται και στο όνειρο της Παναγιώτας, της άγνωστης μας πτυχής που συμβολίζεται από τη Σκιά, αυτής που προσπαθούμε να απαλλαχτούμε. Ένας φόβος που μας οδηγεί στην φυγή. Όμως η Παναγιώτα δεν φαίνεται να φοβάται αυτήν την “άγνωστη” πλευρά του εαυτού της και είναι έτοιμη να την αναγνωρίσει και να τη δεχτεί όπως θα έπρεπε. Ήδη φαίνεται αποδυναμωμένη ίσως και από αυτό το “αγγάλιασμα”.
Όπως γράφω και στη σελίδα με τα Αρχέτυπα Το αιώνιο παιδί, είναι η αληθινή πλευρά μας στην πιο αγνή μορφή. Όχι μόνο συμβολίζει την αθωότητα μας και το πόσο ευάλωτοι και αβοήθητοι είμαστε, αλλά αντιπροσωπεύει τις φιλοδοξίες μας και τις δυνατότητες μας. Δυστυχώς στην προκειμένη περίπτωση η Παναγιώτα δέχεται μια άσχημη αντίδραση από αυτήν την πλευρά της και πρέπει να βρει την αιτία. Μπορεί να φταίει που η φίλη μας κρύβεται και θέλει το παιδί να την κάνει να βγει από την κρυψώνα της όπως κι έγινε. Υπάρχει περίπτωση πάντως το παιδί και η σκιά να ανήκουν σε δυο αντίπαλες πλευρές και να πρέπει να βρει τη μέση λύση.
Φυσικά όλα αυτά είναι μόνο μια θεωρία. Η άλλη μπορεί να στηρίζεται στο γεγονός ότι ο ονειρευτής μας αισθάνεται απομονωμένος από τους υπόλοιπους ανθρώπους γύρω τους και άνετα θα δεχόταν να φύγει με τη βοήθεια αυτού του πράγματος που φοβούνται όλοι οι άλλοι άνθρωποι, κάτι που αυτός δεν το φοβάται και έχει γίνει φίλος μαζί τους. Ίσως αυτή η έλλειψη φόβου και η αποδοχή του να είναι ο λόγος που ήδη έχει διαχωριστεί από τους άλλους. Όμως το λαμπερό παιδί να της ζητάει να γίνει όπως ήταν παλιά.
Κι άλλα σενάρια μπορούμε να βγάλουμε. Το θέμα είναι εσύ τι σκέφτεσαι και τι αισθάνεσαι για όλα αυτά. Ίσως η πρώτη απάντηση που θα δώσεις στον εαυτό σου να είναι και η σωστή.
11.30.06
H Crucilla μας έστειλε το όνειρό της
και αναρωτιέται γιατί την βασάνισε τόσο πολύ και της βγήκε κιόλας!
Η Crucilla στο αστυνομικό τμήμα και κοιτάει τον αξιωματικό υπηρεσίας. Βλέπει πάνω από το γκισέ ένα πατάρι και ουπς….μες στο πατάρι. Άπειρο σκοτάδι, άπειρο, άπειρο και παρόλο που τα μάτια μου είναι ανοιχτά τόσο δεν βλέπω τίποτα που είναι σαν να είναι κλειστά. Προχωρώ στο άπειρο και νιώθω μια σκάλα. Την ανεβαίνω τυφλή ανιχνεύοντας το επόμενο σκαλί με το πόδι μου. Σαν το stepper με τραινάκι του τρόμου. Ανέβαινα αρκετή ώρα. Είδα και ένα χρυσοπορτοκαλί δέντρο
χωρίς τις ρίζες του, να αιωρειται πλάι μου, μέσα στη μαυρίλα καθώς ανέβαινα . Την κορυφή την κατάλαβα , δεν την είδα. Ένιωσα ότι η άπειρη μαυρίλα μπροστά μου ήτανε παχύρρευστη σαν βούρκος, σαν βάλτος. Μες στο όνειρο μου όμως δεν υπήρχαν αυτές οι λέξεις. Το σημαινόμενο βούρκος είχε ως σημαίνον το “λήθαργος / λήθ用. Κι έτσι αποκάλεσα στο μυαλό μου το υγρό σκοτάδι που σαν σκοτεινή λίμνη μου έκλεινε το δρόμο. Μέχρι που άρχισαν να ανδύονται δυο χέρια ολόλευκα και οστεώδη, που μου θύμισαν τα δικά μου. Κάτι κρατούσαν οι παλάμες που ξεπρόβαλλαν στραμένες προς εμένα. Κάτι υπόλευκο και οβάλ, σαν βότσαλο από ελεφαντόδοντο ένα στο κάθε χέρι… ![]()
Μεχρι που αναδύθηκε μια γυναίκα με υψωμένα τα κρινένια της χέρια και τα μαλλιά της ριγμένα μπροστά , μαύρα και μακριά…
Σαν το κοριτσάκι του The ring
αλλά ήταν σίγουρα γυναίκα αλλά εξίσου απόκοσμη. Να κρατήσουμε και το feeling… Θυμίσου, βγήκε από ένα άπειρο μαύρο βούρκο με υψωμένα τα χέρια. Κάτω από το κρυμμένο πρόσωπο της, το βλέμμα της στόχευε εμένα. Λες να μην της έκανα εντύπωση κι εγώ μεσα στο σκοτάδι, να μην ήμουν κι εγώ σχεδόν φωσφορίζουσα μες στο μαύρο «λήθαργο»; (Φίλοι του Jung: κι εγώ τέτοια μαλλιά είχα στην πραγματικότητα) Μού μίλησε αλλα δε θυμάμαι τι μου είπε. Ούτε θυμάμαι αν είδα το ίδιο όνειρο δυο φορές ή αν ξαναπήγα να της μιλήσω μες στο ίδιο όνειρο. Πάντως ήταν φιλική και μάλλον θα τη συμβουλεύτηκα για κάτι. Που δεν θυμάμαι γαμώτο.
Μπορείτε να διαβάσετε το όνειρό της και στο blog της: http://crucialchaos.blogspot.com/2006/11/vol1.html
Το comment μου λοιπόν για το e-mail:
Δεν είναι και λίγο πράγμα να πέφτεις στα άδυτα του υποσυνειδητού σου. Σε εκείνο το σκοτεινό πατάρι του μυαλού σου. Κι όσο και να ανεβαίνεις τόσο τρομακτικό θα γίνεται, μέχρι να το συνηθίσεις, αποδέχοντας αυτήν την κρυμμένη πλευρά του εαυτού σου, και να αισθανθείς έτσι μια οικιότητα μαζί της. Αφού όπως μας λες κυμάται ακόμα (βρίσκεται στη λήθη του σκοταδιού). Ποιό είναι όμως αυτό το κοριτσάκι; Φυσικά είναι κάποιο τμήμα του εαυτού σου. Αλλά το ερώτημα είναι ποιο ακριβώς; Και μάλλον σου ζητάει την προσοχή σου με τα χεράκια της. Αλλά επίσης το βλέπω πολύ παραμελημένο. Γιατί έτσι; Ποιο κομμάτι του εαυτού σου παραμελείς; Έχει σχέση μήπως με την παιδική σου ταυτότητα μιας και είναι μικρή σε ηλικία; Βλέπεις έτσι τον εαυτό σου; Τί συμβουλή θέλει να σου δώσει; Αυτές τις ερωτήσεις λοιπόν πρέπει να κάνεις στον εαυτό σου, ειδικά αν επαναλαβάνεται συνέχεια το όνειρό σου. Πάντως το ότι βλέπεις εκείνο το δέντρο με τα λαμπερά του χρώματα δεν είναι κάτι καθόλου άσχημο. Κάτι μεγαλώνει μέσα σου και σε λίγο θα δώσει καρπούς, φτάνει να το κάνεις να ριζώσει
Όμως όταν λες ότι σου βγήκε, εννοείς για αυτά που γράφεις μετά στο blog σου; Ότι φόρεσες τελικά κι εσύ τα άσπρα στο νοσοκομείο. Διόλου απίθανο να σε προειδοποιούσε το κοριτσάκι για κάτι σωματικό. Αλλά πότε το ξαναείδες το όνειρο;


