Μαρτίου 29, 2006

Το (όχι και τόσο) Ερειπωμένο Κάστρο

Posted in Εμπνεύσεις, Φανταζύ στις 10:29 πμ από Διγέλαδος

Είναι δυο όνειρα μαζί που είχα πριν κάτι μήνες, τα έγραψα στον τρίτο ενικό γιατί προσπάθησα να το γράψω με μορφή διηγήματος. Το μόνο φανταστικό, δηλαδή το μόνο που δεν ονειρευτηκα είναι τα όπλα. Στο όνειρο ήμασταν μια συνηθισμένη παρέα. Ευχαριστώ για την επιμέλεια και τις διορθώσεις από την Sonya (του sff.gr forum)


Η θέα του φρουρίου ήταν σίγουρα επιβλητική. Ένα αρχαίο μνημείο, φαινομενικά ερειπωμένο. Αλλά ο αρχηγός της ομάδας γνώριζε καλά ότι ένας μεγάλος κίνδυνος παραμόνευε στο εσωτερικό του, καθώς οι τοίχοι του χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα. Είχε έρθει η ώρα να μπει μαζί με τους πέντε συντρόφους του και η μόνη είσοδος ήταν η κεντρική πύλη, ανοιγμένη διάπλατα, σαν να τους προσκαλεί. Γύρισε το κεφάλι του για να ξανακοιτάξει την ομάδα του μια τελευταία φορά πριν μπουν μέσα στο κάστρο.
Είχε διαλέξει τους καλύτερους. Οι δυο άντρες στο τέλος είχαν την πιο μικρή ηλικία και ήταν γνωστοί για την αποτελεσματικότητά τους στην ανίχνευση παγίδων και την ελαφράδα στις κινήσεις τους λόγω των λεπτοκομμένων κορμιών τους, αν και αυτό τους έκανε πιο ευάλωτους στην μάχη. Οι δυο καλύτεροι πολεμιστές της συντροφιάς ήταν ακριβώς πίσω από τον αρχηγό. Ο καθένας κρατούσε από ένα τσεκούρι κι ένα σπαθί, σχηματίζοντας έτσι ένα τέλειο εκφοβιστικό ζευγάρι. Δίπλα στον ηγέτη και οδηγό ήταν ο πιστός του φίλος, που πάντα κρατούσε σε ετοιμότητα το τόξο του για να καλύψει τα νότα του πρώτου. Του ανταπέδωσε το βλέμμα του νεύοντας ανεπαίσθητα το κεφάλι καταφατικά για να δείξει ότι είναι έτοιμος. Τότε ο ηγέτης γύρισε με μια αποφασιστική κίνηση το κεφάλι του προς την ανοικτή πύλη και έδωσε σήμα με το δεξί του χέρι για να ξεκινήσουν όλοι καθώς πόρευε προς αυτήν.
Περνώντας την, είδε ότι το πέτρινο δρομάκι, το οποίο διάβαινε, άρχιζε να στρίβει προς τα δεξιά και να ανεβαίνει σίγα σιγά στο πάνω μέρος του πλάγιου τείχους του κάστρου. Από εκεί άρχιζε μια υπερυψωμένη αψίδα που ένωνε εκείνον τον τοίχο με τον απέναντι τοίχο του φρουρίου. Αφού όλοι μαζεύτηκαν πάνω στην πέτρινη γέφυρα, μπορούσαν για λίγο να παρατηρήσουν τι βρισκόταν εντός των τειχών. Ακριβώς από κάτω τους υπήρχε ένα αρκετά μεγάλο άνοιγμα που δημιουργούσε ένα είδος τετραγωνισμένης αλάνας. Αυτό όμως που τους τράβηξε τη προσοχή ήταν το συνονθύλευμα χρωμάτων και σχεδίων πάνω στα πετρώματα αυτής της αυλής. Η αντίθεση της ποικιλίας το χρωμάτων με την επικράτηση ενός μουντού μπεζ χρώματος σε όλα τα άλλα σημεία του κάστρου πρόσθετε παραπάνω μυστήριο στην ατμόσφαιρα, αλλά και περισσότερη τροφή για τη συζήτηση μεταξύ των μελών της συντροφιάς. Κάτι όμως είχε τραβήξει την προσοχή του καθοδηγητή, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από τους άλλους ακούγοντας πια μόνο τους ψιθύρους τους. Το μάτι του είχε πέσει σε κάτι φιγούρες που ξεχώριζαν στην σκιά της κατηφορικής αριστερής πλευράς του πεζουλιού που ήταν χτισμένο στο αριστερό τείχος κι άρχιζε από εκεί που τελείωνε η μικρή γέφυρα στην οποία βρισκόντουσαν. Στην αρχή φάνηκαν στον αρχηγό σαν κομμένα κεφάλια αλόγων, αλλά πέτρινα. Φώναξε και τα υπόλοιπα μέλη για να τα δουν. Αυτοί μείνανε κατάπληκτοι από το θέαμα, ειδικά όταν ο ένας υπέδειξε παραπέρα σπασμένα κομμάτια από μικρούς πύργους και άλλα ομοιώματα που θύμιζαν τελικά πιόνια, τα οποία ήταν στο μέγεθος ενός ανθρώπου, ενός περίεργου σκακιού. Αυτό που έκανε πιο παράξενα την όψη τους ήταν οι αποκρουστικοί λεκέδες από αίμα με τους οποίους ήταν καλυμμένα. Εκείνη τη στιγμή μπήκε μια υποψία στον αρχηγό και ξανακοίταξε εξονυχιστικά την πλακόστρωτη αυλή. Πέρα από το χρώματα μπόρεσε να διακρίνει γραμμές από κενά μεταξύ των επίπεδων πετρών έτσι ώστε να σχηματίζονται όμοια τετράγωνα σαν μια μεγάλη σκακιέρα. Όταν όλοι παρατήρησαν το επαναλαμβανόμενο σχέδιο άρχισαν να σχηματίζονται στα πρόσωπά τους αποδοκιμαστικοί μορφασμοί, καθώς φαντάζονταν τα χειρότερα.
Μην θέλοντας να δει άλλα, ο αρχηγός συνέχισε προς το πεζούλι για να κατευθυνθεί στην κάτω αλλά και πίσω μεριά του φρουρίου. Με την πλάτη στον τοίχο τους οδήγησε στο άνοιγμα μιας σήραγγας. Ήταν ο μόνος τρόπος για να διεισδύσουν στον υπόλοιπο κομμάτι του πύργου το οποίο ήταν αθέατο από την ομίχλη. Όταν μπήκαν μέσα είδαν ότι ο πάτος ήταν καλυμμένος από νερό. Οι δυο ήσυχοι νεαροί από πίσω από τον αρχηγό τον πλησίασαν και, βγάζοντας τα χέρια από τα τσαντάκια που είχαν δεμένα στη μέση τους, τα τείνανε προς αυτόν. Όταν άνοιξαν τις χούφτες τους είδε ο ηγέτης της παρέας ότι ήταν γεμισμένες με χαλίκια κι έτσι κατάλαβε το σχέδιο τους. Ξεκίνησε την πορεία του μέσα στο τούνελ έχοντας πίσω πάντα τους υπόλοιπους συντρόφους. Καθώς περπατούσε μέσα στο νερό έριχνε μπροστά του τα χαλίκια μήπως και ενεργοποιηθεί καμιά παγίδα ή οτιδήποτε άλλο που δεν μπορούσαν να το δουν στο νερό. Το τέλος της σήραγγας φωτιζόταν από τον ήλιο σαν να είχαν από πίσω τους την ομίχλη. Μπροστά τους υπήρχαν μεγάλα ελικοειδή πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον ήλιο.

Όμως καθώς ανέβαιναν κάποια ανθρωποειδή γκριζόμαυρα πλάσματα εμφανίστηκαν γύρω από το χείλος στο οποίο κατέληγε η σκάλα. Οι δυο πολεμιστές του αρχηγού δεν δίστασαν ούτε μια στιγμή και βημάτισαν πρώτοι πάνω στα σκαλοπάτια. Εκείνη τη στιγμή τα σκοτεινά πλάσματα έσκυψαν προς τα κάτω. Το ύψος τους ήταν τρομακτικό και τα όπλα τους μπήκαν ανάμεσα στους πολεμιστές και τον ήλιο σχηματίζοντας μικρές εκλείψεις φωτός. Αυτές οι επιδράσεις στο φως δίνανε την εντύπωση ότι τα όπλα ήταν απλώς προεκτάσεις των χεριών τους, πράγμα που δεν ήταν διόλου απίθανο. Ήταν τεράστιες, μεταλλικές λεπίδες που είχαν σχήμα μεγάλων ψαλιδιών τις οποίες αυτά τα πλάσματα άφηναν να κάνουν ημικύκλιες περιστροφές ακολουθώντας τους κανόνες του εκκρεμούς με στόχο τα κεφάλια των φίλων του κατατρομαγμένου ηγέτη. Τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά. Διάφορα άκρα των πολεμιστών εκτινάχθηκαν στον αέρα ψεκάζοντας τους τοίχους με ζεστό αίμα. Οι κραυγές πόνου δεν κράτησαν πολύ, μόνο τόσο ώστε να τους περάσουν απ’ το κατώφλι του θανάτου.

Ο αρχηγός δεν το πίστευε πως δεν είχε μυριστεί μια τέτοια παγίδα, οδηγώντας τους στον βέβαιο θάνατό τους. Χωρίς να σκέφτεται πια λογικά έτρεξε πάνω στις σκάλες. Ο πιστός του φίλος που δεν του είχε δώσει άλλα περιθώρια έπρεπε να τον ακολουθήσει. Τα βέλη του εκτινάσσονταν το ένα μετά το άλλο από το τόξο του προκαλώντας μόνο γρατζουνιές και κάποιες ασήμαντες ενοχλήσεις στα ανίκητα πλάσματα. Η τύχη ήταν τελικά με το μέρος τους αφού φτάσανε στο πάνω πλάτωμα σώοι και αβλαβείς, όμως δεν μπορούσε να πει το ίδιο ο αρχηγός και για τα υπόλοιπα μέλη που τους ακολουθούσαν, τους δυο νεαρούς που η ευελιξία τους δεν ήταν αρκετή για να σωθούν από τα λίγα χτυπήματα που χρειάστηκαν να δεχθούν για να λαβωθούν θανατηφόρα. Είχαν ανέβει πάνω σε έναν κυκλικό ξύλινο επίπεδο που είχε από πάνω μια ξύλινη κωνική στέγη. Όμως εκεί τους περίμεναν κι άλλοι εχθροί διαφορετικοί στην πλάση του σώματος τους από τα προηγούμενα πλάσματα με τον δικό τους αρχηγό από μπροστά να χαμογελά θριαμβευτικά. Ο φοβισμένος αρχηγός που είχε μείνει πια μόνος του με τον καλό του φίλο δεν μπορούσε να μην σκεφτεί και απορήσει για την τελευταία τυχερή συγκυρία τους:

«Περίεργο.. γιατί μας άφησαν να ζήσουμε;» Μια ερώτηση που περισσότερο απευθυνόταν στον εαυτό του παρά στον φίλο του. Όμως ο δεύτερος δεν γινόταν να μην τον ακούσει κι απάντησε λαχανιασμένα: «Δεν έχει σημασία, τώρα πλησιάζουν και οι άλλοι» Του έδειξε με ένα τρεμάμενο δάχτυλο πίσω στη σκάλα. Ο αρχηγός γύρισε μοιρολατρικά το κεφάλι του, καθώς η ακοή του τον είχε ήδη προειδοποιήσει, και κοίταξε κατάματα τις λεπιδόχερες φιγούρες που, με σαδιστικά αργά και ηχηρά βήματα έφταναν το κεφαλόσκαλο.

«Ας γίνει έτσι» ψιθύρισε, υψώνοντας με το κουράγιο του απέλπιδου το σπαθί του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: