Δεκέμβριος 29, 2006

Μα ποιος είναι αυτός ο χοντρός άνδρας;

Posted in Διάλογοι, Συνειδητά (lucid) στις 12:32 μμ από Διγέλαδος

Άρχισα να έχω μια διαύγεια στο τελευταίο μου όνειρο όταν ένοιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήταν ένας άντρας με πολύ εύσωμη κορμοστασιά, ο οποίος ένοιωθα ότι δεν ανήκει στο όνειρό μου. Έφτασα στο σημείο να συγκαλέσω μύτηνγκ όλους τους χαρακτήρες που ονειρεύτηκα εκείνο το βράδυ. Αν και αυτό δεν έγινε συνειδητά, αλλά από το υποσυνείδητό μου. Κάτι του βρωμούσε μάλλον και αυτού. Και μετά έβαλε το συνειδητό μου μυαλό στα ηνία της ανάκρισης. Ο χοντρός κύριος ήταν μόνος στην μια κεφαλή του μαύρου τραπεζιού (αν και δεν είχε αναλάβει αυτό το ρόλο, αλλά περισσότερο ως θεατής). Σε αυτό το μεγάλο τραπέζι βρισκόντουσαν και όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα των χθεσινών ονείρων μου αν και αυτά καθόντουσαν στην μια πλευρά του τραπεζιού κι εγώ καθόμουν μόνος μου απέναντί τους. Η περισσότερη συζήτηση, αν όχι όλη, έγινε με τον μαύρο χαρακτήρα του ονείρου μου. Ήταν κι ο κεντρικός χαρακτήρας στα τελευταία λεπτά, και τον είχα κάπως απέναντι μου. Άρχισα να αγορεύω:

«Ήρθαμε εδώ για να καταλάβω τι κάνει ο άλκ.. ο Αλκίνοος;»

«Αλκιβιάδης» απάντησε ο μαύρος και συνέχισα εγώ εκνευρισμένος:

«Ναι, ναι. Τι κάνει εδώ; Στο όνειρό μου! Όνειρό μου;» Εδώ συνειδητοποίησα πλήρως ότι ονειρεύομαι. «Ναι. Αυτή τη στιγμή ονειρεύομαι. Εσείς είστε χαρακτήρες του ονείρου μου. Καταλαβαίνω γιατί υπάρχετε και σας αισθάνομαι σαν κάτι το φυσικό / λογικό που είστε εκεί. Αυτός όμως όχι.» και έδειξα τον χοντρό άντρα με το χέρι μου.

«Δηλαδή» είπε ο μαύρος άντρας «αν βγάλω τη κουτάλα μου και σε χτυπήσω δεν θα πονέσεις» Εδώ εννοεί μαχαίρι, γιατί η κουτάλα στα παιδικά μου χρόνια ήταν ένα από τα απειλητικά μέσα στα οποίο αναφερόντουσαν οι γονείς μου για να με φοβερίσουν. Και ήταν κάτι το οποίο αναφέρθηκε για μια στιγμή και σε μια (πραγματική) συζήτηση προχθές.

Και εκεί που πήγαινε να τη βγάλει από κάτω από το τραπέζι απάντησα αμέσως. «Όχι, θα πονέσω. Στα όνειρα μπορείς να αισθανθείς τον πόνο κι άφησε την κάτω γιατί δεν έχω καμιά όρεξη να τον νοιώσω. Αυτή τη στιγμή είναι 5:30 με 6:00 το πρωί. Το αισθάνομαι ότι κοιμάμαι αυτή τη στιγμή στο κρεβάτι μου.» Μπήκα για λίγο στο πειρασμό να συγκεντρωθώ περισσότερο στο πραγματικό μου σώμα, αλλά σκέφτηκα ότι θα ήταν ρίσκο και θα έχανα τη συγκέντρωσή μου. Αυτοί με κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Τελικά δεν μπορούσα να κρατηθώ περισσότερο απ’ ότι φαινόταν και ξύπνησα χωρίς να το θέλω εκείνη τη στιγμή. Κοίταξα το ρολόι μου και ήταν όντως 6:00 το πρωί ακριβώς.

Για όσους είναι περίεργοι παραθέτω και τα όνειρα που με οδήγησαν σε αυτή τη διαύγεια. Αλλά προειδοποιώ ότι είναι κάπως βαρετά και δεν έχουν κάτι το φανταστικό όπως κάποια άλλα που γράφω εδώ.

Στο πρώτο όνειρο που θυμάμαι είδα όλα σχεδόν τα παιδιά από την παρέα που βρεθήκαμε μαζί εχθές το βράδυ. Ήταν κάτι που δεν περίμενα κι απλώς είχα πει στον εαυτό μου φαντάσου να τους έβλεπα. Όμως ξύπνησα πολύ σύντομα, μάλλον επειδή διψούσα ή επειδή ξαφνιάστηκα που τους είδα. Η ώρα ήταν 4:30. Μετά όταν αποκοιμήθηκα είδα ότι καθόμουν σε ένα μικρό μαύρο τραπεζάκι. Σαν αυτό που είχα παλιά στο μπαλκόνι μου. Ήμασταν εγώ, ένας μαύρος άνδρας που ένοιωθα ότι τον γνώριζα, ένας άλλος άνδρας από την προηγούμενη παρέα του ονείρου μου, και ο χοντρός άντρας και καθόμασταν έξω από μια ανακαινισμένη καφετέρια / μπυραρία με μεζέδες που παλιότερα πρέπει να ήταν γερμανικό μεσαιωνικό πέτρινο σπίτι κάποιου αυλικού. (Ήταν αρκετά ψηλό). Μπήκα μέσα και κατέβηκα τα πέτρινα σκαλοπάτια για να βρω στον υπόγειο τον άλλο φίλο μας (ανήκει και στην προαναφερθείσα παρέα) ο οποίος σέρβιρε. Οι λίγοι πελάτες όμως κάνανε παράπονα για το ότι αργούσε πολλή ώρα το φαγητό. Ειδικά οι συγκεκριμένοι πελάτες μοιάζανε με τους πραγματικούς συγγενείς του «σερβιτόρου» φίλου μας, τους οποίους είδα για πολύ λίγο. Είχε χώρο να κατέβουμε όλοι κάτω άλλα όπως ανέβαινα είπα άστο καλύτερα. Αρκετά περνάει. Γύρισα πίσω στο τραπεζάκι με τους άλλους τρεις, το οποίο τραπεζάκι βρισκόταν τώρα ακόμα πιο μακριά από το κτίριο πάνω σε χαλίκια και ο εύσωμος άνθρωπος που καθόταν μαζί μας να μου κάνει μια μεγάλη εντύπωση. Τι θα πίναμε; Εγώ ήθελα πολύ να πιω τσάι του βουνού. Και είχα φέρει ένα ματσάκι σε σακουλάκι. (Πρέπει να διψούσα πάρα πολύ τελικά) Ζεστό νερό μπορούσαμε να ζητήσουμε από τη σερβιτόρα. Δυστυχώς όμως είχαμε άσπρα κυπελάκια. Για κάποιο λόγο έπρεπε να πάω πιο μακρυά και να βάλω λίγο νερό απ’ αυτό που είχαμε στα φυλλαράκια μέσα στο κυπελάκι μου. Τους άφησα μερικά φύλλα όμως και σε αυτούς. Ο ένας τα πατούσε για να γίνουν μικρά κομματάκια. Ενώ εγώ εκεί που ήμουν έκανα ένα μίγμα με το νερό και τα φύλλα και μετά γύρισα στο τραπέζι. Αλλά στη διαδρομή έχυνα σιγά-σιγά το νερό που είχε μέσα το κυπελάκι γιατί ήταν κρύο. Τέλος πάντων έβαλα και το ζεστό νερό μαζί με τα μικρά κομματάκια που είχε κάνει και ο φίλος μου και κάποια στιγμή τελειώσαμε.

Στο δρόμο του γυρισμού αναρωτιόμουν τι δουλειά είχε αυτός ο εύσωμος άνθρωπος μαζί μας. Ο λευκός άντρας μου είπε: «Ποιος χοντρός; Εμείς οι τρεις ήμασταν μόνο!» Εγώ του απαντάω: «Καλά, μας δουλεύεις; Ο άλλος ο αλκ..»

«Αλκιβιάδης» με στμπληρώνει ο μαύρος.

Και τότε ήταν που συγκάλεσα το συμβούλιο για να δω τι στο καλό γινόταν.

Επαναλαμβανώμενο στοιχείο όπως βλέπουμε από το προχθεσινό όνειρό μου το χρώμα μαύρο. Επίσης εχθές το παραέκανα στο φαγητό.  Πολύ τυρί που μου προκαλούσε και δίψα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: