Σεπτεμβρίου 28, 2007

Παραμύθι

Posted in Φανταζύ στις 11:02 πμ από Διγέλαδος

Είδα ένα παραμύθι για όνειρο εχθές το βράδυ.

Ήμασταν σε ένα κάστρο με την οικογένεια μου. Παρόλο που είχαμε ολόκληρο κάστρο και θεωρούμασταν ως οι ευγενείς του χωριού δεν είχαμε ούτε μια δεκάρα. Παντού χρωστούσαμε και το κάστρο ήταν σε μια άθλια κατάσταση. Όπως και τα μεταξωτά – δαντελωτά – πολυτελή ρούχα μας τώρα είχανε γίνει κουρέλια και μόνο αν τα πρόσεχες πολύ καλά θα διέκρινες το λαμπρό παρελθόν τους.

Ένας ξένος ήρθε με τον βοηθό του και κέρδισαν τη φιλία μας. Όμως δεν ξέραμε τα ύπουλα μυστικά σχέδια του. Ήξερε για μια παράδοση που εμείς είχαμε προ πολλού ξεχάσει. Υπήρχε μέσα στο κάστρο ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο που κρατούσε όλα τα μυστικά της οικογένειας μας. Αλλά ο κύριος αυτός μόνο για ένα μυστικό το ήθελε. Το μυστικό που έδειχνε που είχαν κρύψει οι πρόγονοι μας τους διαμαντένιους κρυστάλλους τους.

Η ζωή μας κατά τα άλλα εξελισσόταν  ήσυχα μαζί με τους φιλοξενουμένους μας. Και φαινόταν ότι ο κύριος αυτός συμπαθούσε ιδιαίτερα την ξαδέρφη μου. Χωρίς να το καταλάβει όμως τον βοηθούσε στο ψάξιμο μέσα στα κειμήλιά μας. Τελικά βρήκε το πολυπόθητο βιβλίο, ανάμεσα σε άλλα βιβλία σε μια από τις βιβλιοθήκες μας. Ήξερε ακριβώς τι έψαχνε και το βρήκε αμέσως. Βρήκε λοιπόν τους κρυστάλλους και πήγε στο κρυφό του εργαστήρι με τον βοηθό του για να τους επεξεργαστούν. Ο μόνος τρόπος για να τους φανούν χρήσιμοι, όπως ήξερε ο κύριος, είναι να τους κόψουν σε μικρά κομματάκια. Κι έτσι και θα ήταν πιο εύκολο για αυτούς να διαφύγουν με αυτά. Με ειδικά εργαλεία τους σπάγανε και φτιάχνανε μικρά διαμαντένια δάκρυα.

Μετά από κάποια ώρα μέσα στη νύχτα καταλάβανε ότι είχε φύγει για τα καλά ο κύριος και ο βοηθός του. Και από τα απομεινάρια που αφήσανε πίσω καταλάβαμε ότι είχανε πάρει μαζί τους ένα θησαυρό. Όμως ευτυχώς η ξαδέρφη μου το είχε καταλάβει ότι κάτι τέτοιο θα κάνανε. Ήρθε σε μας με ένα τεράστιο χαμόγελο και μας είπε να μην ανησυχούμε. Γιατί είχε βρει το θησαυρό πριν από αυτόν και τον άλλαξε με ψεύτικους κρυστάλλους.

Έτσι φίλοι μου τώρα σας γράφω σε αυτό το βιβλίο το χαρούμενο τέλος της ιστορίας μας… «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να τα γράψεις όλα αυτά;» με διακόπτει από το γράψιμο η φίλη μου.
«Ναι, θέλω να την πω σε όλους με αυτόν τον τρόπο.»
«Μα μπορεί αυτό το βιβλίο που γράφεις να είναι ο λόγος που ήρθε ο μυστήριος κύριος να το βρήκε στο μέλλον κι έτσι να ήρθε για να το βρει.»
Κι εγώ της απαντάω:
«Ναι, αλλά αν δεν το έβρισκε, ούτε εμείς τότε θα βρίσκαμε το χαμένο θησαυρό μας. Κοίτα στην τηλεόραση. Κοίτα πόσο όμορφο πάλι έγινε το κάστρο μας.»

Και φαίνεται στην τηλεόραση ένα μεγάλο λαμπρό κάστρο όπου από μέσα αρχίζουν να βγαίνουν πρασινοντυμένοι τοξοβόλοι με κόκκινα φουλάρια και κόκκινες ζώνες και μπότες. Μουσική άρχισε να παίζεται σαν αυτές που παίζουν στο τέλος κάποιου μεγάλου έπους. Και η κάμερα πριν δείξει τους τίτλους τέλους έκανε ζουμ σε ένα πράσινο καπέλο ενός τοξοβόλου που είχε κάπως το σχήμα ενός μεσαιωνικού κράνους. Τόσο πολύ εστίαση έτσι ώστε από μπροστά να φαίνεται μόνο το κράνος και από πίσω να φαίνεται όλο κάστρο…

Powered by ScribeFire.

Σεπτεμβρίου 23, 2007

Το χαμένο επεισόδιο του Lost

Posted in Μυστηρίου, Περιπέτειες στις 11:09 πμ από Διγέλαδος

Αυτό το όνειρο έχει επηρεαστεί από δυο πράγματα, τους χαρακτήρες του Lost και το χώρο της Ψυχολογίας

Εγώ, οι συνάδελφοί και οι καλοί χαρακτήρες του Lost ήμασταν στο σπίτι του γνωστού ερευνητή ψυχολόγου Μέρκελ ben from lost(το ξέρω ότι δεν υπάρχει, και το πήρα το όνομα μάλλον από την Καγκελάριο της Γερμανίας, αλλά όσο να’ναι θυμίζει και όνομα ψυχαναλυτή, εξού και ο συνειρμός κι εδώ τον βλέπουμε με το πρόσωπο του αρχηγού των «κακών» του Lost).

Απ’ ότι θυμάμαι ήμασταν πειραματόζωά του αλλά εγώ συγκεκριμένα ήμουν και μαθητευόμενος του. Όμως τελικά αντιδράμε όταν συνειδητοποιούμε ότι πειραματίζονται μαζί μας και ότι είμαστε εγκλωβισμένοι μέσα στο σπίτι.  Η σύγκρουση ήταν βίαια. Εμένα με πετάνε κάτω στο κελάρι του σπιτι . Παρόλο που με έχουν δέσει, εγώ βρίσκω έναν τρόπο και απελευθερώνομαι, όμως τότε μπαίνει ο Μπεν Μέρκελ και μου λέει ότι δεν έπρεπε να το κάνω αυτό. Έρχεται προς εμένα, με πιάνει και με χώνει μέσα σε μια αποθηκούλα κάτω από τα σκαλιά. Μέσα στην αποθηκούλα υπήρχαν διάφορα εργαλεία για το σπίτι και εγώ βρίσκω κάτι αιχμηρό και το καρφώνω στο στήθος του Μπεν. Τον αφήνω κάτω αναίσθητο. Παίρνω μαζί μου κάτι εργαλεία με κοφτερούς τροχούς και ανεβαίνω πάνω στα σκαλεία για να δω πως θα ανοίξω την πόρτα. Αρχίζω να κόβω γύρω από την κλειδαριά με τον τροχό και μόλις κάνω μια τρυπούλα από την άλλη μεριά βλέπω ότι με κοιτούσαν οι δικοί μου άνθρωποι. Ήρθαν να με διασώσουν. Πάμε να βγούμε έξω από το τεράστιο σπίτι. Στο μεταξύ ένας άλλος συνάδελφός μου τραυματίζει πολύ άσχημα έναν από τους κακούς. Αφού ο συνάδελφός μου τον άφησε για να φύγει μαζί μας, ο κακός άρχισε να σέρνεται προς την ανοιγμένη πόρτα του κελαριού. Από εκεί άκουγε την αδύναμη φωνή του Μπεν, του αρχηγού του. Και κατέβηκε με τα χέρια από τις σκάλες μέχρι που έφτασε στο πληγωμένο κορμί του Μπεν.

Στο μεταξύ έρχεται ένας από τους συνάδελφούς μου με φόρα προς εμάς φωνάζοντας ότι πρέπει να το κάψουμε το σπίτι! Εγώ του απαντάω ότι είναι τρελός, έτσι θα χαθεί όλη η δουλειά που έχει κάνει ο Μπεν Μέρκελ. Και τρέχω αμέσως προς το γραφείο του. Εκεί βρίσκονται όλα τα συγγράμματά του, τα άρθρα του, τα βιβλία του, τα ημερολόγιά του. Έτσι ότι έβλεπα στα ράφια τα έβαζα στα χέρια μου για να μπορέσω τουλάχιστον να διασώσω κάτι από όλα αυτά. Ενώ από έξω ρίχνανε βενζίνη και οινόπνευμα στους διαδρόμους για να βάλουν φωτιά.  Βγαίνω έξω και μάλλον τους πείθω ότι δεν πρέπει να το κάνουν τονίζοντας τη σοβαρότητα της δουλειάς που έχει γίνει. Χωρίς να το ξέρω όμως αυτό καταλήγει να είναι ένα μεγάλο λάθος. Γιατί την ίδια ώρα κάτω στο κελάρι ο κακός που είχε συρθεί μέχρι τον αρχηγό του, κατάφερε με το σώμα του να ανέβει πάνω στην πληγή του Μπεν ώστε να σταματήσει την αιμορραγία θυσιάζοντας τη δική του ζωή για τη ζωή του Μπεν.

Σεπτεμβρίου 13, 2007

Μάλλον του έκλεψα την ιδέα τελικά…

Posted in Συμβολικά στις 11:18 μμ από Διγέλαδος

Συλλογή Ονείρων

Σεπτεμβρίου 12, 2007

Που ‘ναι το αμάξι μου; οεο;

Posted in Αυτοκίνητο, Κοινωνικά στις 11:52 πμ από Διγέλαδος

Χάνω τον μπούσουλα;

Φτάνω στο αεροδρόμιο μιας παραλιακής περιοχής (μάλλον της Ελλάδας) μέσα στη νύχτα (για μια άλλη φορά). Όμως δεν μπαίνω στο αμάξι μου και μάλλον δεν το βρίσκω. Μπαίνουμε σε ένα ιπτάμενο λεωφορείο. Μέσα είναι η οικογένεια μου και μια φίλη μου (δεν θυμάμαι το πρόσωπο της). Μπαίνουμε στην εθνική, και ευτυχώς βλέπω το αυτοκίνητό μου. Εγώ δεν θέλω να χάσω από τα μάτια μου το αμάξι, κι ευτυχώς έχω ένα τηλεχειριστήριο για να το κατευθύνω. Τελικά όμως είναι πολύ δύσκολος ο έλεγχος του. Γιατί το κοιτάζω από το πίσω παράθυρο του λεωφορείου βάζοντας τα μούτρα μου όσο πιο κοντά γίνεται για να έχω καλύτερη οπτική εικόνα και πρέπει να θυμάμαι συνέχεια ότι το αριστερά είναι δεξιά και το δεξιά αριστερά (αφού το κοιτάζω ανάποδα). Όλοι με κοιτάνε απορημένοι, δεν με καταλαβαίνουν. Το αμάξι συνεχίζει να πηγαίνει σε μικρά ζικ ζακ κάπου το χάνω για λίγο και ανησυχώ. Μπροστά μου βλέπω μια μεγάλη καραμπόλα (το άκουσα εχθές στο ραδιόφωνο). Τα αμάξια συνεχίζουν να τρακάρουν το ένα πίσω από το άλλο όσο σιγά και να πηγαίνουν. Παντού οι αερόσακοι ενεργοποιούνται ενώ τα αμάξια γίνονται θρύψαλα. Είναι μέσα και το αυτοκίνητο μου; Αυτό εκεί μήπως; Ευτυχώς δεν είναι, δεν το βλέπω πουθενά. Αφήστε με κάτω! Θέλω να φύγω. Θέλω να βρω το αμάξι μου. Και με αφήνουν.

Μπαίνω σε κάτι στενά σοκάκια κι εκεί μέσα βλέπω ένα καστανόξανθο κοριτσάκι. Με πιάνει από το χέρι και μου λέει:
«Γίνεται να πάμε προς την παραλία;» και μου δείχνει με το χέρι της την κατεύθυνση. Όμως ήταν η αντίθετη από την οποία θέλω να πάρω. Εγώ θέλω να γυρίσω στην λεωφόρο να βρω το αμάξι μου. Όμως βλέποντας το καλοκάγαθο προσωπάκι της δεν μπορούσα να αρνηθώ και παίρνοντας την από το χέρι της είπα «πάμε» 🙂
Η μαμά της βγαίνει από το μπαλκόνι του άσπρου νησιώτικου σπιτιού και η κόρη φωνάζει: «Μαμά, πάμε στην παράλια!» Μου ρίχνει μια ματιά και φωνάζει πίσω η μαμά «Εντάξει!»

Πηγαίνουμε προς την αμμουδιά κάτω από τον έναστρο και καθαρό ουρανό. Όταν φτάνω βλέπω πολλές καρέκλες και τραπεζάκια από ουζερί και καφετέριες πάνω στην άμμο. Εκεί ήταν αρκετοί και από τι φαινόντουσαν περνούσαν καλά. Γέλια, ποτά, φαγητά. Μμμ, μερικούς τους ήξερα. Αφήνω το κοριτσάκι σε ένα τραπεζάκι καθώς συναντάω μια παλιά κοπέλια με την οποία είχα μια μικρή (χρονικά) σχέση. Τα λέμε για λίγο, μου χαμογελάει. Μετά βλέπω μια ξένη φίλη μου από το πανεπιστήμιο στο εξωτερικό που ήμουν. Είχε αρχίσει να μεθάει, και έβαλε το πόδι της πάνω στο τραπέζι για να μας δείξει την πατούσα της και τα βαμμένα κόκκινα νύχια της. Ένα παρόμοιο περιστατικό είχε συμβεί τις πρώτες μέρες που είχα πάει για πρώτη φορά στο εξωτερικό για σπουδές. Την κοιτάζω λίγο αηδιασμένος (ή απλώς απογοητευμένος;) για τη μέθη της και της γυρνάω πλάτη. Τότε μπροστά μου στο τραπέζι έκατσε μια γνωστή με την παρέα της. «Είναι κοπέλα σου;» πήγε να με ρωτήσει. «Όχι, Όχι απλή φίλη» της είπα αμέσως και μάλιστα ο πρώην της ήταν γνωστός στη παρέα της.

Τώρα όμως πήγε το μυαλό μου στο κοριτσάκι, τι ν’ απόγινε; Την παραμέλησα, και γύρισα να τη βρω. Θέλω να βρω και το αμάξι..

Κάπου εδώ τελειώνει το όνειρο..

Powered by ScribeFire.

Σεπτεμβρίου 6, 2007

Πέτα μου ένα CD

Posted in Περιπέτειες, Ρεαλιστικά στις 10:00 πμ από Διγέλαδος

Αυτό το όνειρο έχει σχέση με το χώρο εργασίας μου.

Εισαγωγή

Βρίσκομαι στο πίσω μέρος μιας μεγάλης μαύρης λιμουζίνας. Είναι άδεια μέσα και δεν μπορώ να δω τίποτα απ’ έξω. Με οδηγεί ένας συνάδελφός μου, μέσα στη νύχτα. Ο προορισμός είναι ένα άλλο μέρας της Ελλάδας (μάλλον) όπου έχουμε μια παρουσίαση σχετικά με μια δουλειά. Φτάνουμε, παρκάρει σε έναν έρημο, αλλά κεντρικό δρόμο τη λιμουζίνα και βγαίνουμε έξω μέσα στη νύχτα (στο μεταξύ αν προσέξατε και το προηγούμενο όνειρό μου εξελισσόταν μέσα στη νύχτα). Εμένα θα με άφηνε εκεί για τη συνάντηση κι αυτός θα έπαιρνε το δικό του αμάξι που το είχε παρκαρισμένο εκεί κοντά. (Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς το είχε φέρει πάνω.) Η πόλη που βρισκόμασταν ήταν πάντως πολύ μικρή. Ωχ! ξέχασα το φάκελο με τη παρουσίασή μου στη λιμουζίνα. Του το είπα και έτρεξα να το πάρω. Στο μεταξύ είδα στο δρόμο είδα ένα ύποπτο χρωματιστό βανάκι με καφετιές και πράσινες ρίγες, το οποίο ήταν σε άσχημη κατάσταση, αλλά δεν του έδωσα σημασία.

Δράση

Γυρνάω πίσω με το φάκελο και βλέπω από πίσω να τρέχει γρήγορα πάλι το βανάκι κι αυτή τη φορά να φρενάρει απότομα κλείνοντας το δρομάκι από πίσω μου. Από μέσα βγαίνουν διάφοροι τύποι που δεν ξέρω αν θέλουν να πιάσουν εμένα ή απλώς τρέχουν γιατί τους κυνηγά κάποιος. Εγώ δεν το ρίσκαρα κι έτρεξα σε ένα στενάκι δεξιά. Κοιτάζω δεξιά-αριστερά από την άλλη άκρη του στενού και δεν βλέπω κανένα. Αρχίζω να τρέχω πάλι τελικά πίσω στο κεντρικό δρόμο στρίβοντας πάλι δεξιά. Όμως πάλι εμφανίστηκε ένας από αυτούς τους τύπους, ήταν πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί – εξώφυλλο κι αρχίζει να μου πετάει CD λες και ήταν φρίσμπις (αυτούς τους δίσκους που πετάνε στα σκυλιά;). Είναι πολύ επικίνδυνα και πολύ γρήγορα, ευτυχώς όμως τα αποφεύγω πηγαίνοντας πέρα δώθε και κάνοντας ελιγμούς με το σώμα μου σαν το μάτριξ. Τώρα που βλέπω ότι του τελειώνουν τον πλησιάζω και αυτός εξαφανίζεται μέσα σε αυτό το εξώφυλλο. Αυτό το εξώφυλλο όμως πάνω του είχαν μείνει κάτι υπολείμματα σαν κόπρανα από το σκυλί που είχα. Πιάνω το εξώφυλλο στα χέρια μου και τρέχω στο κεντρικό δρόμο. Εκεί ήταν ένας αστυνομικός, είχε στολή, αλλά δεν είχε κάποιο σήμα πάνω του. Εδώ τον έχω! του φωνάζω. Εδώ τον έχω! Με κοιτάζει. Κουνάει το κεφάλι καταφατικά και μου δείχνει προς τα που να πάω.

Κατάληξη
Φτάνω στο κτίριο, εκεί δεν ήταν που θα κάναμε και τη συγκέντρωση; Περνάω ανάμεσα κι από άλλους αστυνομικούς που μου φωνάζανε «Μη το τσαλακώνεις το χαρτί! πρόσεχε!» κι επιτέλους φτάνω σε ένα δωμάτιο που βρισκόταν ποιος άλλος από ένα συνάδελφο μου ο οποίος έχει μεγάλη ηλικία και είναι κάτι σαν αυθεντία (και όσο να ‘ναι, με φοβίζει λίγο). Αυτός έχει την ικανότητα να τον βγάλει από το χαρτί τον επικίνδυνο τύπο. Το παίρνει από τα χέρια μου και το στρώνει κάτω στο δάπεδο. Κοιτάζει τα αποκαΐδια από το σκύλο μου (ή τη γάτα μου) και μου λέει: «Καλά τί είναι όλες αυτές οι αηδίες;» Τα  παίρνει με το χέρι του και τα πετάει μακρυά.  Ξαναβάζει το χέρι του και πιάνει κάτι υγρό και με αποστροφή λέει «Καλά ρε άνθρωπέ μου τι είναι πάλι αυτό; γιατί τα άφησες εκεί;» και εγώ του είπα «Δεν ξέρω, δεν ήθελα να πειράξω τίποτα, μήπως και σας χρειαζόταν.»

Μετά ξύπνησα..

Powered by ScribeFire.