Σεπτεμβρίου 12, 2007

Που ‘ναι το αμάξι μου; οεο;

Posted in Αυτοκίνητο, Κοινωνικά στις 11:52 πμ από Διγέλαδος

Χάνω τον μπούσουλα;

Φτάνω στο αεροδρόμιο μιας παραλιακής περιοχής (μάλλον της Ελλάδας) μέσα στη νύχτα (για μια άλλη φορά). Όμως δεν μπαίνω στο αμάξι μου και μάλλον δεν το βρίσκω. Μπαίνουμε σε ένα ιπτάμενο λεωφορείο. Μέσα είναι η οικογένεια μου και μια φίλη μου (δεν θυμάμαι το πρόσωπο της). Μπαίνουμε στην εθνική, και ευτυχώς βλέπω το αυτοκίνητό μου. Εγώ δεν θέλω να χάσω από τα μάτια μου το αμάξι, κι ευτυχώς έχω ένα τηλεχειριστήριο για να το κατευθύνω. Τελικά όμως είναι πολύ δύσκολος ο έλεγχος του. Γιατί το κοιτάζω από το πίσω παράθυρο του λεωφορείου βάζοντας τα μούτρα μου όσο πιο κοντά γίνεται για να έχω καλύτερη οπτική εικόνα και πρέπει να θυμάμαι συνέχεια ότι το αριστερά είναι δεξιά και το δεξιά αριστερά (αφού το κοιτάζω ανάποδα). Όλοι με κοιτάνε απορημένοι, δεν με καταλαβαίνουν. Το αμάξι συνεχίζει να πηγαίνει σε μικρά ζικ ζακ κάπου το χάνω για λίγο και ανησυχώ. Μπροστά μου βλέπω μια μεγάλη καραμπόλα (το άκουσα εχθές στο ραδιόφωνο). Τα αμάξια συνεχίζουν να τρακάρουν το ένα πίσω από το άλλο όσο σιγά και να πηγαίνουν. Παντού οι αερόσακοι ενεργοποιούνται ενώ τα αμάξια γίνονται θρύψαλα. Είναι μέσα και το αυτοκίνητο μου; Αυτό εκεί μήπως; Ευτυχώς δεν είναι, δεν το βλέπω πουθενά. Αφήστε με κάτω! Θέλω να φύγω. Θέλω να βρω το αμάξι μου. Και με αφήνουν.

Μπαίνω σε κάτι στενά σοκάκια κι εκεί μέσα βλέπω ένα καστανόξανθο κοριτσάκι. Με πιάνει από το χέρι και μου λέει:
«Γίνεται να πάμε προς την παραλία;» και μου δείχνει με το χέρι της την κατεύθυνση. Όμως ήταν η αντίθετη από την οποία θέλω να πάρω. Εγώ θέλω να γυρίσω στην λεωφόρο να βρω το αμάξι μου. Όμως βλέποντας το καλοκάγαθο προσωπάκι της δεν μπορούσα να αρνηθώ και παίρνοντας την από το χέρι της είπα «πάμε» 🙂
Η μαμά της βγαίνει από το μπαλκόνι του άσπρου νησιώτικου σπιτιού και η κόρη φωνάζει: «Μαμά, πάμε στην παράλια!» Μου ρίχνει μια ματιά και φωνάζει πίσω η μαμά «Εντάξει!»

Πηγαίνουμε προς την αμμουδιά κάτω από τον έναστρο και καθαρό ουρανό. Όταν φτάνω βλέπω πολλές καρέκλες και τραπεζάκια από ουζερί και καφετέριες πάνω στην άμμο. Εκεί ήταν αρκετοί και από τι φαινόντουσαν περνούσαν καλά. Γέλια, ποτά, φαγητά. Μμμ, μερικούς τους ήξερα. Αφήνω το κοριτσάκι σε ένα τραπεζάκι καθώς συναντάω μια παλιά κοπέλια με την οποία είχα μια μικρή (χρονικά) σχέση. Τα λέμε για λίγο, μου χαμογελάει. Μετά βλέπω μια ξένη φίλη μου από το πανεπιστήμιο στο εξωτερικό που ήμουν. Είχε αρχίσει να μεθάει, και έβαλε το πόδι της πάνω στο τραπέζι για να μας δείξει την πατούσα της και τα βαμμένα κόκκινα νύχια της. Ένα παρόμοιο περιστατικό είχε συμβεί τις πρώτες μέρες που είχα πάει για πρώτη φορά στο εξωτερικό για σπουδές. Την κοιτάζω λίγο αηδιασμένος (ή απλώς απογοητευμένος;) για τη μέθη της και της γυρνάω πλάτη. Τότε μπροστά μου στο τραπέζι έκατσε μια γνωστή με την παρέα της. «Είναι κοπέλα σου;» πήγε να με ρωτήσει. «Όχι, Όχι απλή φίλη» της είπα αμέσως και μάλιστα ο πρώην της ήταν γνωστός στη παρέα της.

Τώρα όμως πήγε το μυαλό μου στο κοριτσάκι, τι ν’ απόγινε; Την παραμέλησα, και γύρισα να τη βρω. Θέλω να βρω και το αμάξι..

Κάπου εδώ τελειώνει το όνειρο..

Powered by ScribeFire.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: