Σεπτεμβρίου 23, 2011

Δουλειά στο ταχυδρομείο

Posted in Διάλογοι, εξωτερικό tagged στις 9:28 μμ από ονειροναύτης

Ονειρεύτηκα ότι πήγα για συνέντευξη σε ένα μικρό ταχυδρομείο μια αγγλικής επαρχίας. Του έδειχνα του ταχυδρόμου τι είχα καταλάβει μέχρι τώρα και επίσης ποιες είναι οι ικανότητες μου στο πακετάρισμα. Πήρε το δέμα από τα χέρια μου και μου είπε:

«Όχι, είναι πολύ τσακισμένες οι άκρες του δέματος. Δεν βλέπεις; Είναι λες και είναι τσαλακωμένες.» και μου το έδειχνε με το δάχτυλό του. Μετά από κάποιες άλλες δουλειές που μου έδειξε μέσα σε αυτό το μικρό κτίριο, έφυγα με το ποδήλατό μου. Επέστρεφα στο σπίτι μου μέσα στην ανοιχτή αγγλική εξοχή..

Advertisements

Νοέμβριος 19, 2008

Βιβλίο αντί για πιστόλι

Posted in Διάλογοι, Κοινωνικά στις 1:32 πμ από ονειροναύτης

Λόγω συζητήσεων για τις φυλακές κι όλο το γενικό σύστημα «σωφρονισμού» για τους φυλακισμένους είδα αυτό το όνειρο.

Μιλούσα με έναν αποφυλακισμένο και του γνώρισα έναν άνθρωπο που ασχολούνταν με βιβλία, και φαίνεται ότι είχε διαβάσει πολλά. Πάντως φάνηκε ότι τον ενδιέφερε πολύ τον άνθρωπο αυτό. Μετά από μια-δυο μέρες τον βρήκα σε ένα μέρος που σημάδευε το πιστόλι του σε κάποιους ανθρώπους και μάλλον ήθελε να τους ληστέψει. Του είπα ότι αυτός ο άνθρωπος γράφει επίσης και και εκδίδει βιβλία του, πήγα να δείξω ένα ψάχνοντας μέσα στη τσέπη μου, αλλά δεν το βρήκα. Όμως έδειξε το ενδιαφέρον του έτσι κι αλλιώς και άφησε το όπλο του δίπλα.

Αύγουστος 29, 2007

Πάπρικα

Posted in ταινίες, Διάλογοι στις 8:58 πμ από Διγέλαδος

«Δεν σου φαίνεται ότι τα όνειρα και το Διαδίκτυο είναι παρόμοια; Είναι και τα δυο περιοχές όπου ξεθυμαίνουν οι καταπιεσμένες συνειδήσεις.»

Paprika (2006)

Powered by ScribeFire.

Αύγουστος 23, 2007

Waking Life

Posted in ταινίες, Διάλογοι, Σκέψεις στις 10:29 μμ από Διγέλαδος

«Λένε πως τα όνειρα είναι αληθινά όσο διαρκούν. Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για τη ζωή;

Χαρτογραφούμε τη σχέση των ονείρων με το μυαλό και το σώμα. Λεγόμαστε ονειροναύτες. Είμαστε οι εξερευνητές του κόσμου των ονείρων. Αφορά τις δυο αντίθετες καταστάσεις συνείδησης οι οποίες δεν είναι αντίθετες στην ουσία.

Όταν είμαστε ξύπνιοι ή ζωντάνια των αναμνήσεων εμποδίζεται. Αυτό είναι απόλυτα λογικό. Θα ήμασταν απροσάρμοστοι αν η εικόνα ενός αρπακτικού μπερδευόταν με την ανάμνηση του και το αντίστροφο. Αν η ανάμνηση ενός αρπακτικού μας θύμιζε την εικόνα θα τρέχαμε κάθε φορά που θα κάναμε τρομακτικές σκέψεις.

Τα σερετονικά νευρικά κύτταρα εμποδίζουν αυτές τις παραισθήσεις. Κι αυτά εμποδίζονται όταν ονειρευόμαστε. Αυτό επιτρέπει τα όνειρα να φαίνονται αληθινά αποφεύγοντας τον ανταγωνισμό από άλλες διαδικασίες.

Γι’ αυτό μπερδεύουμε τα όνειρα με την πραγματικότητα. Στο νευρικό σύστημα, που δημιουργεί τον κόσμο μας, δεν υπάρχει διαφορά στην αίσθηση του ονείρου και της πράξης ούτε σ’ αυτή του ξύπνιου και της πράξης.»

«Ένας φίλος μου είπε κάποτε ότι το μεγαλύτερο λάθος είναι να πιστέψεις ότι είσαι ζωντανός.

Ενώ στην ουσία, κοιμάσαι στην αίθουσα αναμονής της ζωής. Το κόλπο είναι να συνδυάσεις τις λογικές σου ικανότητες όταν είσαι ξύπνιος με τις αμέτρητες ικανότητες των ονείρων σου. Αν το κάνεις αυτό, μπορείς να κάνεις τα πάντα.

Είχες ποτέ μια δουλειά που μισούσες; Μετά από μια σκληρή μέρας δουλειάς πας σπίτι, πας στο κρεβάτι σου, κλείνεις τα μάτια σου και συνειδητοποιείς εκείνη τη στιγμή ότι η μέρα εκείνη ήταν ένα όνειρο;

Είναι από μόνο του άσχημο το να ξεπουλάμε τη ζωή μας για το βασικό μισθό, αλλά τα όνειρα είναι τζάμπα.»

από την ταινία Waking Life (2001)

Ιουλίου 9, 2007

Καφέ με τον Μιλόσεβιτς

Posted in Διάλογοι στις 10:00 πμ από Διγέλαδος

Να και το πρώτο μου όνειρο με πολιτικό.

Ήμουν στο καναπέ του σπιτιού και κάποιος χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Ανοίγω την πόρτα μου και ποιόν βλέπω; Ήταν ο φίλος μου ο Μιλόσεβιτς! Αν και μέσα μου ήξερα ότι ήταν ο Πούτιν (βλέπε συνέχεια), αλλά μάλλον δεν τον είχα καταγράψει τόσο καλά μέσα μου όσο τον Μιλόσεβιτς. Είχε ανέβει στον από πάνω όροφο να δει τον Μπους και να μιλήσουν για ψάρεμα και τα πολιτικά δρώμενα (βλέπε ειδήσεις) και είπε να περάσει κι από μένα για να με δει. Μιλούσαμε ελληνικά (αν έχει κάποιος απορία) και με ρώτησε αν διάβασα την βιογραφία του. Εγώ αμέσως ευθέως του είπα ένα ξερό όχι. Όμως μετά στεναχωρήθηκα που του το είπα έτσι και είχα ενοχές. Γι’ αυτό πήρα το αντίγραφο που είχα αγοράσει της βιογραφίας του και του ζήτησα να μου το υπογράψει αν κι όπως είδε ήταν ήδη υπογραμμένο  (όπως είναι τα πρώτα αντίγραφα). Μετά κάτσαμε κάτω κι αρχίσαμε να μιλάμε. Του εξήγησα ότι όταν βρίσκεται σε τέτοιες συνευρέσεις με άλλους πολιτικούς ηγέτες όπως τον Μπους φαίνεται ότι έχει ένα ψεύτικο προσωπείο. Του λέω:
«Όταν χαμογελάς μαζί με τον άλλον φαίνεται ότι το κάνεις στα ψεύτικα. Φαίνεται κυρίως από τα μάτια σου, γιατί οι μυς σου γύρω τους φαίνονται χαλαροί, ενώ όταν χαμογελάμε ή γελάμε στα αληθινά σφίγγονται οι μυς εκεί μέχρι που σχηματίζονται και ρυτίδες (κι όντως έτσι είναι).

Είδατε τι κάνουν οι πολλές πολιτικές συζητήσεις;

Powered by ScribeFire.

Μαΐου 25, 2007

Υπερπροστατευτικότητα

Posted in Διάλογοι, Κοινωνικά στις 9:30 πμ από Διγέλαδος

    Ήμουν μέλος υιοθετημένης οικογένειας. Μας είχε αναλάβει ένας σύμβουλος κοινωνικής πρόνοιας. Αυτός που ελέγχει τις οικογένειες με υιοθετημένα παιδιά για να δει αν όλα πάνε ομαλά. Ήταν κάτι σαν δωρεάν προσωπικός παιδοψυχολόγος που του εκμυστηρευόμασταν τα πάντα. Τον ρόλο αυτού έπαιζε ένας γνωστός μαύρος ηθοποιός μεγάλης κάπως μεγάλης ηλικίας (επαναλαμβανόμενο χρώμα δέρματος). Σε μια από τις συναντήσεις μας του έδειξα κάτι μικρές μελανιές στο σώμα μου, αλλά του είπα ότι δεν έγινε τίποτα το τρομερό. Απλώς κάπως με έσφιξε ο πατέρας μου ή κάτι τέτοιο. Όμως ο σύμβουλος μας άρχισε να υποψιάζεται διάφορα πράγματα. Επίσης κατά τις συναντήσεις είχα προσέξει ότι είχε αρχίσει να δένεται πολύ μαζί μας συναισθηματικά. Νοιαζόταν ίσως υπερβολικά για το κάθε τι στη ζωή μας.

    Αργότερα βρεθήκαμε όλοι σε ένα γήπεδο μπάσκετ. Οικογένεια και σύμβουλος. Κάποια στιγμή είχαμε απομακρυνθεί λίγο από τους άλλους και μου έκανε διάφορες ερωτήσεις σχετικά για το αν μας συμπεριφέρονται καλά. Εγώ του είπα ότι όλα πηγαίνανε καλά. Αυτός όμως δεν με πίστευε. Κι άρχισε να εκνευρίζεται. Τότε άρχισε να βάζει το χέρι του μέσα στην μπλούζα μου και να με ψαχουλεύει μήπως και βρει κάποια άλλη ύποπτη μελανιά. Εγώ τότε ανησύχησα πάρα πολύ γιατί όντως στην πραγματικότητα (στον ξύπνιο μου) έχω δυο μελανιές. Αυτός τα πήρε στο κρανίο, που λέει κι ο κόσμος, κι άρχισε να φωνάζει στους γονείς μου:
«Αν δεν δώσω εγώ τη συναίνεση μου και την υπογραφή δεν μπορείτε να κρατήσετε τα παιδιά. Και να ξέρετε ότι δεν θα τη δώσω!»

Powered by ScribeFire.

Ιανουαρίου 19, 2007

Ο Ανήλικος συνομιλεί με το καρό

Posted in blogοσφαιρα, Διάλογοι στις 2:05 μμ από Διγέλαδος

στο όνειρό του.

Ιανουαρίου 14, 2007

Δυο γενιές ψυχολόγων

Posted in Διάλογοι, Κοινωνικά στις 6:23 μμ από Διγέλαδος

Ίσως αυτή η περίληψη πλοκής θα μπορούσε να είναι και μια ιδέα για σενάριο ταινίας. Μέχρι και τους ηθοποιούς  ονειρεύτηκα:

Πατέρας Ψυχολόγος: Ρομπιν Ουίλιαμς

Κόρη Ψυχολόγου: Οποιαδήποτε όμορφη νεαρή ηθοποιός

Ασθενής: Μέριλ Στριπ;

Φίλη ασθενή: Τζίνα Ντέυβις

Ένας ψυχολόγος ερωτεύεται την ασθενή του. Η ασθενή του τον απορρίπτει, αλλά για άλλους λόγους. Ο ψυχολόγος προσπαθεί να την κάνει να αισθανθεί καλύτερα. Μέχρι που κάνει διάρρηξη στο σπίτι της για να αλλάξει τα παλιά ταλαιπωρημένα παπούτσια με κάτι ωραία καινούρια κόκκινα παπούτσια. Η ασθενής διαλέγει μια άλλη ψυχολόγο. Αυτό που δεν ξέρει είναι ότι αυτή η ψυχολόγος είναι η κόρη του ερωτευμένου ψυχολόγου, ενώ η κόρη δεν ήξερε ότι αυτή ήταν η ασθενής του πατέρας του. Όταν τις έδωσε κάποιες συμβουλές για τη ζωή της ήταν ακριβώς οι ίδιες με αυτές του πατέρα της (αυτολεξεί). Κάτι που την παραξένεψε την ασθενή πάρα πολύ. Τελικά μαθαίνει από μια φίλη της, από την οποία μάλλον είχε βρει τουλάχιστον τον ένα ψυχολόγο ότι είναι πατέρας και κόρη. Η ασθενής ένοιωσε πολύ άσχημα. «Μα δεν καταλαβαίνουν πόσο αρνητικά έχουν επηρεάσει τη ζωή μου, που είναι έτοιμη να καταστραφεί;» ρωτούσε τη φίλη της. «Κι εσύ δεν έχεις καταλάβει πόσο έχεις επηρεάσει θετικά αυτούς τους δύο ανθρώπους; Δίνοντας τους ένα λόγο ύπαρξης και σκοπού;»

Ιανουαρίου 11, 2007

Θέλω τα λεφτά μου πίσω

Posted in Διάλογοι, Κοινωνικά στις 10:02 μμ από Διγέλαδος

Από τον μεσημεριάτικο ύπνο μου 😉

Ήμουν σε ένα ταξί με την αδερφή μου στα πίσω καθίσματα και στο μπροστινό κάθισμα του συνοδηγού καθόταν μια κοπέλα, μάλλον τσιγγάνα ή Πακιστανή καλυμμένη με βρόμικους μανδύες. Ήθελε να μου πουλήσει ένα μανδύα/σάλι για 10 ευρώ. Είχα και την αδερφή μου να με κοιτάζει από δίπλα, τι να κάνω τον αγόρασα και μου τον έδωσε μέσα σε μια μικρή χάρτινη σακούλα. Βάζω το χέρι μου μέσα και αισθάνομαι κάτι να με γαργαλάει και να κινείται και βλέπω να βγαίνει τελικά μια αράχνη και να σκαρφαλώνει την πόρτα. Και άλλη μια να βγαίνει, και να μια άλλη πάνω στο χέρι. Γρήγορα τις τίναζα από πάνω μου. Ήμουν πάρα πολύ τρομαγμένος και δεν ήθελα καν να τις ακουμπάω γιατί τις φοβόμουν. Άρχισα να φωνάζω στην τσιγγάνα:

«Θέλω τα λεφτά μου πίσω!» «Τι πράγματα είναι αυτά» κτλ.

Αυτή στεναχωρημένη μου έδωσε ένα κίτρινο χαρτονόμισμα, το οποίο ήταν αξίας 20 ευρώ κι όχι 10 που της είχα ζητήσει. 

Βγήκαμε από το ταξί και ήμασταν σε ένα διάδρομο με την αδερφή μου και μου έλεγε ότι έπρεπε να ντρεπόμουν, που της ζήτησα τα λεφτά πίσω. Εγώ τις είπα ότι σιγά αυτοί βγάζουν μια χαρά λεφτά. Φυσικά άρχισε να με λέει ρατσιστή και τα σχετικά. Εγώ τότε άρχισα να κυνηγάω από πίσω την τσιγγάνα / Πακιστανή (ίσως από ενοχές, δεν θυμάμαι, πάντως ήθελα να τις μιλήσω).

Την βρίσκω τελικά. Ήταν πολύ στεναχωρημένη.

«Το ξέρω. Δεν ήταν ότι καλύτερο αυτός ο μανδύας. Είχε ωραίο χρυσό χρώμα, αλλά ήταν σε άσχημη κατάσταση. Ταλαιπωρημένο, τσαλακωμένο» μου είπε θλιμμένα.

Κι εγώ κάθομαι δίπλα της. Και τότε όλα τα καλύμματα από πάνω της φεύγουν και το πρόσωπο της καθαρίζει – ξεθολώνει. Είχε ένα γλυκό πρόσωπο. Μελαχρινή, με μια κάπως χοντρούλα μυτούλα. Γενικά μου έμμοιαζε αρκετά κι έννοιωθα μια σύνδεση, λες και ήταν ένα κομμάτι μου που μου έλλειπε ή απλώς μια αδελφή ψυχή. Κοίταξα γύρω-γύρω και συνειδητοποίησα ότι ήμασταν στα πίσω τραπεζάκια του Comedy-Club, στο οποίο σελίγο θα ξεκινούσε η παράσταση (παίζουν stand-up comedy εκεί και πέρασα πολύ πρόσφατα).  «Μα καλά» τη ρώτησα «τί κάνουμε εδώ;», «Εδώ έχω ξανάρθει (πριν αρκετούς μήνες) και έγινα ρεζίλι των σκυλιών, αλλά πέρασα φοβερά» Αυτή με κοιτούσε και χαμογελούσε συγκαταβατικά…

Περισσότερο δεν μπορούσα να μείνω στο όνειρό μου γιατί ήδη είχα αρχίσει να ξυπνάω..

Δεκέμβριος 29, 2006

Μα ποιος είναι αυτός ο χοντρός άνδρας;

Posted in Διάλογοι, Συνειδητά (lucid) στις 12:32 μμ από Διγέλαδος

Άρχισα να έχω μια διαύγεια στο τελευταίο μου όνειρο όταν ένοιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ήταν ένας άντρας με πολύ εύσωμη κορμοστασιά, ο οποίος ένοιωθα ότι δεν ανήκει στο όνειρό μου. Έφτασα στο σημείο να συγκαλέσω μύτηνγκ όλους τους χαρακτήρες που ονειρεύτηκα εκείνο το βράδυ. Αν και αυτό δεν έγινε συνειδητά, αλλά από το υποσυνείδητό μου. Κάτι του βρωμούσε μάλλον και αυτού. Και μετά έβαλε το συνειδητό μου μυαλό στα ηνία της ανάκρισης. Ο χοντρός κύριος ήταν μόνος στην μια κεφαλή του μαύρου τραπεζιού (αν και δεν είχε αναλάβει αυτό το ρόλο, αλλά περισσότερο ως θεατής). Σε αυτό το μεγάλο τραπέζι βρισκόντουσαν και όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα των χθεσινών ονείρων μου αν και αυτά καθόντουσαν στην μια πλευρά του τραπεζιού κι εγώ καθόμουν μόνος μου απέναντί τους. Η περισσότερη συζήτηση, αν όχι όλη, έγινε με τον μαύρο χαρακτήρα του ονείρου μου. Ήταν κι ο κεντρικός χαρακτήρας στα τελευταία λεπτά, και τον είχα κάπως απέναντι μου. Άρχισα να αγορεύω:

«Ήρθαμε εδώ για να καταλάβω τι κάνει ο άλκ.. ο Αλκίνοος;»

«Αλκιβιάδης» απάντησε ο μαύρος και συνέχισα εγώ εκνευρισμένος:

«Ναι, ναι. Τι κάνει εδώ; Στο όνειρό μου! Όνειρό μου;» Εδώ συνειδητοποίησα πλήρως ότι ονειρεύομαι. «Ναι. Αυτή τη στιγμή ονειρεύομαι. Εσείς είστε χαρακτήρες του ονείρου μου. Καταλαβαίνω γιατί υπάρχετε και σας αισθάνομαι σαν κάτι το φυσικό / λογικό που είστε εκεί. Αυτός όμως όχι.» και έδειξα τον χοντρό άντρα με το χέρι μου.

«Δηλαδή» είπε ο μαύρος άντρας «αν βγάλω τη κουτάλα μου και σε χτυπήσω δεν θα πονέσεις» Εδώ εννοεί μαχαίρι, γιατί η κουτάλα στα παιδικά μου χρόνια ήταν ένα από τα απειλητικά μέσα στα οποίο αναφερόντουσαν οι γονείς μου για να με φοβερίσουν. Και ήταν κάτι το οποίο αναφέρθηκε για μια στιγμή και σε μια (πραγματική) συζήτηση προχθές.

Και εκεί που πήγαινε να τη βγάλει από κάτω από το τραπέζι απάντησα αμέσως. «Όχι, θα πονέσω. Στα όνειρα μπορείς να αισθανθείς τον πόνο κι άφησε την κάτω γιατί δεν έχω καμιά όρεξη να τον νοιώσω. Αυτή τη στιγμή είναι 5:30 με 6:00 το πρωί. Το αισθάνομαι ότι κοιμάμαι αυτή τη στιγμή στο κρεβάτι μου.» Μπήκα για λίγο στο πειρασμό να συγκεντρωθώ περισσότερο στο πραγματικό μου σώμα, αλλά σκέφτηκα ότι θα ήταν ρίσκο και θα έχανα τη συγκέντρωσή μου. Αυτοί με κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Τελικά δεν μπορούσα να κρατηθώ περισσότερο απ’ ότι φαινόταν και ξύπνησα χωρίς να το θέλω εκείνη τη στιγμή. Κοίταξα το ρολόι μου και ήταν όντως 6:00 το πρωί ακριβώς.

Για όσους είναι περίεργοι παραθέτω και τα όνειρα που με οδήγησαν σε αυτή τη διαύγεια. Αλλά προειδοποιώ ότι είναι κάπως βαρετά και δεν έχουν κάτι το φανταστικό όπως κάποια άλλα που γράφω εδώ.

Στο πρώτο όνειρο που θυμάμαι είδα όλα σχεδόν τα παιδιά από την παρέα που βρεθήκαμε μαζί εχθές το βράδυ. Ήταν κάτι που δεν περίμενα κι απλώς είχα πει στον εαυτό μου φαντάσου να τους έβλεπα. Όμως ξύπνησα πολύ σύντομα, μάλλον επειδή διψούσα ή επειδή ξαφνιάστηκα που τους είδα. Η ώρα ήταν 4:30. Μετά όταν αποκοιμήθηκα είδα ότι καθόμουν σε ένα μικρό μαύρο τραπεζάκι. Σαν αυτό που είχα παλιά στο μπαλκόνι μου. Ήμασταν εγώ, ένας μαύρος άνδρας που ένοιωθα ότι τον γνώριζα, ένας άλλος άνδρας από την προηγούμενη παρέα του ονείρου μου, και ο χοντρός άντρας και καθόμασταν έξω από μια ανακαινισμένη καφετέρια / μπυραρία με μεζέδες που παλιότερα πρέπει να ήταν γερμανικό μεσαιωνικό πέτρινο σπίτι κάποιου αυλικού. (Ήταν αρκετά ψηλό). Μπήκα μέσα και κατέβηκα τα πέτρινα σκαλοπάτια για να βρω στον υπόγειο τον άλλο φίλο μας (ανήκει και στην προαναφερθείσα παρέα) ο οποίος σέρβιρε. Οι λίγοι πελάτες όμως κάνανε παράπονα για το ότι αργούσε πολλή ώρα το φαγητό. Ειδικά οι συγκεκριμένοι πελάτες μοιάζανε με τους πραγματικούς συγγενείς του «σερβιτόρου» φίλου μας, τους οποίους είδα για πολύ λίγο. Είχε χώρο να κατέβουμε όλοι κάτω άλλα όπως ανέβαινα είπα άστο καλύτερα. Αρκετά περνάει. Γύρισα πίσω στο τραπεζάκι με τους άλλους τρεις, το οποίο τραπεζάκι βρισκόταν τώρα ακόμα πιο μακριά από το κτίριο πάνω σε χαλίκια και ο εύσωμος άνθρωπος που καθόταν μαζί μας να μου κάνει μια μεγάλη εντύπωση. Τι θα πίναμε; Εγώ ήθελα πολύ να πιω τσάι του βουνού. Και είχα φέρει ένα ματσάκι σε σακουλάκι. (Πρέπει να διψούσα πάρα πολύ τελικά) Ζεστό νερό μπορούσαμε να ζητήσουμε από τη σερβιτόρα. Δυστυχώς όμως είχαμε άσπρα κυπελάκια. Για κάποιο λόγο έπρεπε να πάω πιο μακρυά και να βάλω λίγο νερό απ’ αυτό που είχαμε στα φυλλαράκια μέσα στο κυπελάκι μου. Τους άφησα μερικά φύλλα όμως και σε αυτούς. Ο ένας τα πατούσε για να γίνουν μικρά κομματάκια. Ενώ εγώ εκεί που ήμουν έκανα ένα μίγμα με το νερό και τα φύλλα και μετά γύρισα στο τραπέζι. Αλλά στη διαδρομή έχυνα σιγά-σιγά το νερό που είχε μέσα το κυπελάκι γιατί ήταν κρύο. Τέλος πάντων έβαλα και το ζεστό νερό μαζί με τα μικρά κομματάκια που είχε κάνει και ο φίλος μου και κάποια στιγμή τελειώσαμε.

Στο δρόμο του γυρισμού αναρωτιόμουν τι δουλειά είχε αυτός ο εύσωμος άνθρωπος μαζί μας. Ο λευκός άντρας μου είπε: «Ποιος χοντρός; Εμείς οι τρεις ήμασταν μόνο!» Εγώ του απαντάω: «Καλά, μας δουλεύεις; Ο άλλος ο αλκ..»

«Αλκιβιάδης» με στμπληρώνει ο μαύρος.

Και τότε ήταν που συγκάλεσα το συμβούλιο για να δω τι στο καλό γινόταν.

Επαναλαμβανώμενο στοιχείο όπως βλέπουμε από το προχθεσινό όνειρό μου το χρώμα μαύρο. Επίσης εχθές το παραέκανα στο φαγητό.  Πολύ τυρί που μου προκαλούσε και δίψα.

Επόμενη Σελίδα