Μαΐου 3, 2010

Τιτανικός ΙΙ

Posted in Εφιάλτες, Εμπνεύσεις, Κοινωνικά στις 11:06 μμ από Διγέλαδος

«Αφήστε με να βγω!» φώναξε χτυπώντας τις γυάλινες πόρτες μάταια. Μάταια, επειδή οι εξωτερικές πόρτες του πλοίου Τιτανικός ΙΙ, ήταν ερμητικά κλειστές και οι παρακλήσεις του δεν φαίνονταν να εισακούονται.

«Μα γιατί δεν τις ανοίγουν;» κλαψούρισε ο επιβάτης ενώ κάποιοι που περνούσαν από κοντά αναρωτιόνταν τι συμβαίνει. Φυσικά δεν χρειάστηκε να βγουν μέχρι τώρα έξω, αφού περνούσαν μια χαρά στο εσωτερικό του πλοίου. Έμειναν για λίγο ακίνητοι για να παρατηρήσουν καλύτερα τον απεγνωσμένο επιβάτη. Απορίες άρχισαν να γεννιούνται στο μυαλό τους.

«Γιατί να θέλει κάποιος να βγει;» ρώτησε ο ένας χαμηλόφωνα.

«Αυτό είναι το θέμα; Γιατί δεν τον αφήνουν να βγει;» απάντησε με ερώτηση ο διπλανός του.

Το σούσουρο δεν άργησε να ξεκινήσει. Πιο πέρα το εμπορικό κέντρο του πλοίου ακόμα έσφυζε από ζωή. Έτοιμο να ικανοποιήσει οποιαδήποτε ανάγκη. Όμως οι ψίθυροι είχαν τώρα απλωθεί μέχρι τους διαδρόμους που οδηγούσαν στα καταστήματα. Οι μαγαζάτορες έβλεπαν τους υποψήφιους πελάτες τους να παραμένουν μπροστά στις βιτρίνες, χωρίς να τις προσέχουν πια. Βγήκαν ανήσυχοι να δουν τι συμβαίνει.

«Δεν μας επιτρέπουν να βγούμε», τους ενημέρωσαν οι συνεπιβάτες τους. Ενώ οι ψίθυροι εξελίσσονταν σε φωνές πανικού.

«Κι αν συμβαίνει κάτι έξω;» ρωτάει ένας επιβάτης το φίλο του.

«Φαντάζεσαι να έχουν πάθει κάτι;» αναρωτήθηκε όταν σκέφτηκε αυτό που του είπε ο φίλος του.

«Άραγε ο χώρος είναι αεροστεγής;» πρόσθεσε με μια άλλη ερώτηση ένας άλλος συνεπιβάτης.

«Τι θα γινόταν αν ήταν;» ζήτησαν να μάθουν οι δυο φίλοι.

«Θα μπορούσαμε να μείνουμε από οξυγόνο!» κραύγασε από τρόμο.

Αρκετός κόσμος στοιχιζόταν σε μεγάλες ομάδες με κατεύθυνση τις πόρτες εξόδου του πλοίου. Ένοιωθαν ότι είχαν το δικαίωμα να μάθουν τι είχε γίνει.

«Δεν γίνεται να συμβαίνει αυτό!» ακούστηκε μέσα από τον όχλο. Όταν έφτασαν μπροστά από τις πόρτες ακινητοποιήθηκαν σύσσωμοι. Οι πόρτες έμοιαζαν με ένα γυάλινο τοίχο. Αυτοί που ήταν στην πρώτη γραμμή αποφάσισαν να επιτεθούν με τις γροθιές και παλάμες των χεριών τους. Άλλοι είχαν κάτσει στο πάτωμα οκλαδόν περιμένοντας στωικά. Άλλοι απλώς έκλαιγαν κι άλλοι έβριζαν. Ο επιβάτης που είχε βρεθεί πρώτος να απαιτεί το άνοιγμα της πόρτας είχε εξουθενωθεί. Είχε σωριαστεί σε μια γωνία με την πλάτη στον τοίχο και το κεφάλι του μέσα στα χέρια του. Όλοι ήταν κουρασμένοι και τίποτα δεν γινόταν. Είχαν περάσει αρκετές ώρες και σιγά-σιγά αποχώρησαν στις καμπίνες τους.

Advertisements

Νοέμβριος 19, 2008

Βιβλίο αντί για πιστόλι

Posted in Διάλογοι, Κοινωνικά στις 1:32 πμ από ονειροναύτης

Λόγω συζητήσεων για τις φυλακές κι όλο το γενικό σύστημα «σωφρονισμού» για τους φυλακισμένους είδα αυτό το όνειρο.

Μιλούσα με έναν αποφυλακισμένο και του γνώρισα έναν άνθρωπο που ασχολούνταν με βιβλία, και φαίνεται ότι είχε διαβάσει πολλά. Πάντως φάνηκε ότι τον ενδιέφερε πολύ τον άνθρωπο αυτό. Μετά από μια-δυο μέρες τον βρήκα σε ένα μέρος που σημάδευε το πιστόλι του σε κάποιους ανθρώπους και μάλλον ήθελε να τους ληστέψει. Του είπα ότι αυτός ο άνθρωπος γράφει επίσης και και εκδίδει βιβλία του, πήγα να δείξω ένα ψάχνοντας μέσα στη τσέπη μου, αλλά δεν το βρήκα. Όμως έδειξε το ενδιαφέρον του έτσι κι αλλιώς και άφησε το όπλο του δίπλα.

Νοέμβριος 27, 2007

Αρχαίοι δρόμοι σύγχρονοι ανθρώποι

Posted in Κοινωνικά, νερό, πισίνες στις 8:57 πμ από Διγέλαδος

Περιπλανιέμαι στα στενά σοκάκια της πόλης Yazd. Όμως είχαν αφομοιωθεί στο σύγχρονο καταναλωτικό πολιτισμό. Ήταν γεμάτα λαμπιόνια, φωτάκια, μουσικούλες, πινακίδες νέον, κτλ. Σε κάποια στιγμή ο δρόμος καταλήγει σε ένα βατήρα που από κάτω μπορούσες να δεις μια βαθιά, αλλά καθαρή λίμνη. Μπορούσες να πηδήξεις από αυτόν στη λίμνη κατευθείαν όπως κάνανε οι ντόπιοι ή να κατέβεις τα σκαλιά. Εγώ πριν κατέβω τα σκαλιά ξεκίνησα να παίρνω φωτογραφίες χαρούμενος που γύρισα Ελλάδα και μπόρεσα να αντιγράψω όλες τις προηγούμενες φωτογραφίες μου ώστε τώρα στο καινούριο μου ταξίδι να μην έχω το φόβο μη γίνει κάτι στραβό με τη κάμερα. Οι ντόπιοι που κολυμπούσαν θυμίζανε κάπως Αζτέκοι ή Ινδιάνοι νότιας Αμερικής. Ήταν ψιλοί και τα μαλλιά τους τα περισσότερα τα είχαν ξυρίσει έχοντας αφήσει μόνο μια μεγάλη κοτσίδα από μαλλιά από πίσω.

Κατεβαίνω κάτω και μπλέκομαι με τον πληθυσμό. Σε ένα παγκάκι συναντάω μια όμορφη κοπέλα και τη μητέρα τους. Τους αρχίζω να μιλάω στη γλώσσα τους, αυτοί με ρώτησαν από που είμαι. Όταν τους το λέω τότε σιγά σιγά μιλάνε και στη γλώσσα μου και ρωτάω πως ξέρουν να μιλάνε ελληνικά και μου λέει η μητέρα. Σιγά, οι σχέσεις μας μπορούν εύκολα να φτάσουν μέχρι την Ελλάδα.

Νοέμβριος 26, 2007

Πράσινη Αθήνα

Posted in Κοινωνικά στις 9:08 πμ από Διγέλαδος

Είμαστε μια παρέα και ήμουν και μαζί και με οικογενειακά πρόσωπα. Κάναμε βόλτα στην Αθήνα. Συναντάω καινούρια άτομα. Μου λένε ότι έχουν να μου δείξουν ένα ωραίο μέρος που θα μ’ αρέσει και είναι πολύ κοντά.Εννοείται εγώ τους ακολουθώ. Είναι ένα κτίριο στο κέντρο της Αθήνας. Όμως τα σκαλιά μέσα είναι πολύ στενά. Σαν να ανεβαίνουμε ένα μιναρέ είναι. Τα ακολουθώ τα παιδιά αφήνοντας πίσω μου κάποια οικογενειακά πρόσωπα. Σχεδόν σκαρφαλώνω τα ψηλά στενά σκαλάκια. Οι τοίχοι μου γύρω μου με πιέζουν. Φτάνω στο τελευταίο επίπεδο και έχει μείνει να ανέβω από μια τρύπα. Όμως ήταν ένας εργάτης εκεί κι έκανε κάποια έργα με το τρυπάνι του κι εγώ ίσα-ίσα χωρούσα με τα πριονίδια και τις σκόνες να πέφτουν πάνω μου. Τελικά με προσπάθεια σέρνομαι με το σώμα μου μέσα από το στενό χώρο και βγαίνω στον πάνω όροφο. Όταν σηκώνομαι καταλαβαίνω δεν ήταν πάνω όροφος απλά, αλλά ταράτσα. Μια πανέμορφη ταράτσα. Είχανε φτιάξει γρασίδι παντού με μπόλικες γλάστρες γύρω-γύρω. Από πάνω υπήρχε ένα λεπτό πλαστικό σκέπαστρο. Παντού υπήρχαν νέα παιδιά που πουλούσαν ή ανταλλάσσανε τις δημιουργικές τους δουλειές. Έβλεπα πολύχρωμα πράγματα, ζωγραφικές, αφίσες, μουσικές. Πλησιάζω κοντά σε ένα κιόσκι και είχανε τα αγαπημένα μου περιοδικά και κόμικ. Είχανε βιβλία διηγήματα φαντασίας από παιδιά που ξέρω και ρωτούσα τον τύπο που ήταν από πίσω αν έβλεπα καλά. Κοίταξα τα albums και είχανε τη μουσική που μου άρεσε. Προχώρησα πιο μέσα και ήταν κάτι σαν δωμάτιο στούντιο που καθόσουν να ακούσεις μουσική με κάτι τεράστια ακουστικά. Εκεί ήταν ένας Αφρικανός που με ρώτησε αν ήθελα να ακούσω τη μουσική του κι εγώ τον ρώτησα μήπως είναι ρέγγε ή ραπ γιατί μου φάνηκε ότι ήταν Τζαμαϊκανός. Μου έβαλε να ακούσω και ήταν κάτι διαφορετικό από όλα. Έπειτα κοίταξα από τα «παράθυρα» (δηλαδή από το διαφανές σκέπαστρο) προς τα κάτω και είδα ότι κοιτούσε προς την πλατεία Μοναστηρακίου. Κοίτα να δεις που κρυβόταν τόσο καιρό αυτό το διαμάντι..

Σεπτεμβρίου 12, 2007

Που ‘ναι το αμάξι μου; οεο;

Posted in Αυτοκίνητο, Κοινωνικά στις 11:52 πμ από Διγέλαδος

Χάνω τον μπούσουλα;

Φτάνω στο αεροδρόμιο μιας παραλιακής περιοχής (μάλλον της Ελλάδας) μέσα στη νύχτα (για μια άλλη φορά). Όμως δεν μπαίνω στο αμάξι μου και μάλλον δεν το βρίσκω. Μπαίνουμε σε ένα ιπτάμενο λεωφορείο. Μέσα είναι η οικογένεια μου και μια φίλη μου (δεν θυμάμαι το πρόσωπο της). Μπαίνουμε στην εθνική, και ευτυχώς βλέπω το αυτοκίνητό μου. Εγώ δεν θέλω να χάσω από τα μάτια μου το αμάξι, κι ευτυχώς έχω ένα τηλεχειριστήριο για να το κατευθύνω. Τελικά όμως είναι πολύ δύσκολος ο έλεγχος του. Γιατί το κοιτάζω από το πίσω παράθυρο του λεωφορείου βάζοντας τα μούτρα μου όσο πιο κοντά γίνεται για να έχω καλύτερη οπτική εικόνα και πρέπει να θυμάμαι συνέχεια ότι το αριστερά είναι δεξιά και το δεξιά αριστερά (αφού το κοιτάζω ανάποδα). Όλοι με κοιτάνε απορημένοι, δεν με καταλαβαίνουν. Το αμάξι συνεχίζει να πηγαίνει σε μικρά ζικ ζακ κάπου το χάνω για λίγο και ανησυχώ. Μπροστά μου βλέπω μια μεγάλη καραμπόλα (το άκουσα εχθές στο ραδιόφωνο). Τα αμάξια συνεχίζουν να τρακάρουν το ένα πίσω από το άλλο όσο σιγά και να πηγαίνουν. Παντού οι αερόσακοι ενεργοποιούνται ενώ τα αμάξια γίνονται θρύψαλα. Είναι μέσα και το αυτοκίνητο μου; Αυτό εκεί μήπως; Ευτυχώς δεν είναι, δεν το βλέπω πουθενά. Αφήστε με κάτω! Θέλω να φύγω. Θέλω να βρω το αμάξι μου. Και με αφήνουν.

Μπαίνω σε κάτι στενά σοκάκια κι εκεί μέσα βλέπω ένα καστανόξανθο κοριτσάκι. Με πιάνει από το χέρι και μου λέει:
«Γίνεται να πάμε προς την παραλία;» και μου δείχνει με το χέρι της την κατεύθυνση. Όμως ήταν η αντίθετη από την οποία θέλω να πάρω. Εγώ θέλω να γυρίσω στην λεωφόρο να βρω το αμάξι μου. Όμως βλέποντας το καλοκάγαθο προσωπάκι της δεν μπορούσα να αρνηθώ και παίρνοντας την από το χέρι της είπα «πάμε» 🙂
Η μαμά της βγαίνει από το μπαλκόνι του άσπρου νησιώτικου σπιτιού και η κόρη φωνάζει: «Μαμά, πάμε στην παράλια!» Μου ρίχνει μια ματιά και φωνάζει πίσω η μαμά «Εντάξει!»

Πηγαίνουμε προς την αμμουδιά κάτω από τον έναστρο και καθαρό ουρανό. Όταν φτάνω βλέπω πολλές καρέκλες και τραπεζάκια από ουζερί και καφετέριες πάνω στην άμμο. Εκεί ήταν αρκετοί και από τι φαινόντουσαν περνούσαν καλά. Γέλια, ποτά, φαγητά. Μμμ, μερικούς τους ήξερα. Αφήνω το κοριτσάκι σε ένα τραπεζάκι καθώς συναντάω μια παλιά κοπέλια με την οποία είχα μια μικρή (χρονικά) σχέση. Τα λέμε για λίγο, μου χαμογελάει. Μετά βλέπω μια ξένη φίλη μου από το πανεπιστήμιο στο εξωτερικό που ήμουν. Είχε αρχίσει να μεθάει, και έβαλε το πόδι της πάνω στο τραπέζι για να μας δείξει την πατούσα της και τα βαμμένα κόκκινα νύχια της. Ένα παρόμοιο περιστατικό είχε συμβεί τις πρώτες μέρες που είχα πάει για πρώτη φορά στο εξωτερικό για σπουδές. Την κοιτάζω λίγο αηδιασμένος (ή απλώς απογοητευμένος;) για τη μέθη της και της γυρνάω πλάτη. Τότε μπροστά μου στο τραπέζι έκατσε μια γνωστή με την παρέα της. «Είναι κοπέλα σου;» πήγε να με ρωτήσει. «Όχι, Όχι απλή φίλη» της είπα αμέσως και μάλιστα ο πρώην της ήταν γνωστός στη παρέα της.

Τώρα όμως πήγε το μυαλό μου στο κοριτσάκι, τι ν’ απόγινε; Την παραμέλησα, και γύρισα να τη βρω. Θέλω να βρω και το αμάξι..

Κάπου εδώ τελειώνει το όνειρο..

Powered by ScribeFire.

Ιουνίου 13, 2007

Ασανσέρ Διαμέρισμα; Αεροδρόμιο χωρίς πτήσεις;

Posted in Επιστ. Φαντασίας, Κοινωνικά στις 10:00 πμ από Διγέλαδος

Ένα περίεργο όνειρο θα έλεγα. Ήμουν σε ένα κτίριο με παρέα, πρώτα επισκεφτήκαμε μια καφετέρια και μετά κάτι άλλους χώρους. Μετά όμως χρειάστηκε να επισκεφτώ μια γυναίκα σε μια σπιταρόνα που έμενε.

Η γυναίκα με προϋπάντησε με χαρά κι άρχισε να μου δείχνει το σπίτι. Ήταν μια πολύ σοφιστικέ γυναίκα και ώριμης ηλικίας. Ήθελε να μου δείξει και τους άλλους ορόφους για αυτό μπήκαμε σε ένα χώρο που θύμιζε κάπως ασανσέρ, αλλά η μπροστινή πλευρά ήταν ανοικτή και ούτε υπήρχε πόρτα για να κλείσει. Μόλις πάτησε ένα κουμπί, δεν ήταν το ασανσέρ που μετακίνηθηκε αλλά ο όροφος. Το ασανσέρ ήταν το μόνο σταθερό και αμετακίνητο σημείο. Καθώς αλλάζαμε τους ορόφους (μέχρι που είδα και την καφετέρεια από το τζάμι ενός τοίχου του ορόφου που αλλάζαμε) το δάπεδο του κάθε ορόφου σιγά-σιγά χαμήλωνε μέχρι να σκεπάσει τελείως το δάπεδο του προηγούμενου ορόφου.

Τελικά η γυναίκα με πήγε στις αναχωρήσεις ενός αεροδρομίου. Είχαμε και μια τσάντα μαζί μας κι απλώς περίμεναμε στις κλασσικές μπλε καρέκλες της αναμονής. Εκεί καθόταν και μια νεαρή κοπέλα που δεν άργησε να μου κάνει τα γλυκά μάτια. Εγώ τελικά ενέδωσα και στο τέλος κατέληξα να τη φιλάω. Όμως η πιο μεγάλη έκπληξη ήταν ότι δεν αντέδρασε η άλλη κυρία καθόλου παρόλο που ήμουν σίγουρος ότι ενδιαφερόταν για μένα όπως κι εγώ για αυτήν (μάλλον).

Τελικά το βράδυ ήρθε και σκοτείνιασε η αίθουσα, και αναρωτήθηκα τι περίμενουμε τόση ώρα. Σίγουρα τώρα δεν θα πετούσε κανένα αεροπλάνο μέσα στη νύχτα. Τότε την είδα να σηκώνεται και μου πρότειναι να φύγουμε. Έγω έμεινα «κάγκελο» και της είπα:
«Καλά αν δεν φεύγαμε με καμια πτήση τότε γιατί ήμασταν εδώ πέρα;»
Και μου απάντησε:
«Επειδή ήθελα να σου δείξω το χώρο αναμονής.»

Powered by ScribeFire.

Μαΐου 25, 2007

Υπερπροστατευτικότητα

Posted in Διάλογοι, Κοινωνικά στις 9:30 πμ από Διγέλαδος

    Ήμουν μέλος υιοθετημένης οικογένειας. Μας είχε αναλάβει ένας σύμβουλος κοινωνικής πρόνοιας. Αυτός που ελέγχει τις οικογένειες με υιοθετημένα παιδιά για να δει αν όλα πάνε ομαλά. Ήταν κάτι σαν δωρεάν προσωπικός παιδοψυχολόγος που του εκμυστηρευόμασταν τα πάντα. Τον ρόλο αυτού έπαιζε ένας γνωστός μαύρος ηθοποιός μεγάλης κάπως μεγάλης ηλικίας (επαναλαμβανόμενο χρώμα δέρματος). Σε μια από τις συναντήσεις μας του έδειξα κάτι μικρές μελανιές στο σώμα μου, αλλά του είπα ότι δεν έγινε τίποτα το τρομερό. Απλώς κάπως με έσφιξε ο πατέρας μου ή κάτι τέτοιο. Όμως ο σύμβουλος μας άρχισε να υποψιάζεται διάφορα πράγματα. Επίσης κατά τις συναντήσεις είχα προσέξει ότι είχε αρχίσει να δένεται πολύ μαζί μας συναισθηματικά. Νοιαζόταν ίσως υπερβολικά για το κάθε τι στη ζωή μας.

    Αργότερα βρεθήκαμε όλοι σε ένα γήπεδο μπάσκετ. Οικογένεια και σύμβουλος. Κάποια στιγμή είχαμε απομακρυνθεί λίγο από τους άλλους και μου έκανε διάφορες ερωτήσεις σχετικά για το αν μας συμπεριφέρονται καλά. Εγώ του είπα ότι όλα πηγαίνανε καλά. Αυτός όμως δεν με πίστευε. Κι άρχισε να εκνευρίζεται. Τότε άρχισε να βάζει το χέρι του μέσα στην μπλούζα μου και να με ψαχουλεύει μήπως και βρει κάποια άλλη ύποπτη μελανιά. Εγώ τότε ανησύχησα πάρα πολύ γιατί όντως στην πραγματικότητα (στον ξύπνιο μου) έχω δυο μελανιές. Αυτός τα πήρε στο κρανίο, που λέει κι ο κόσμος, κι άρχισε να φωνάζει στους γονείς μου:
«Αν δεν δώσω εγώ τη συναίνεση μου και την υπογραφή δεν μπορείτε να κρατήσετε τα παιδιά. Και να ξέρετε ότι δεν θα τη δώσω!»

Powered by ScribeFire.

Μαΐου 4, 2007

Φεστιβάλ Μακαρονιών. Και τι σχέση έχουν τα στρουμφάκια, με τους Γάλλους στρατιωτικούς και τους Τσολιάδες

Posted in Κοινωνικά στις 9:58 μμ από Διγέλαδος

Στην Αγγλία τρέχω με τα εσώρουχα μου στα κρυφά για να βρω μια πρώην μου που ήταν και καλή φίλη συγχρόνως. Αλλά είναι περιφρουρημένη μέσα σε ένα μεγάλο κτίριο από εστίες, το οποίο είχε γύρω τεράστιους πέτρινους τείχους και μια επίσης πολύ ψηλή πύλη. Μόλις πλησιάζω, ανοίγουν οι μεγάλοι προβολείς και ρίχνουν ένα φως πάνω μου. Από τα μεγάφωνα αρχίζουν να φωνάζουν με κοροϊδευτικά σχόλια, αλλά και απειλητικά. Εγώ τρέχω για να τους αποφύγω ντροπιασμένος, και στην πορεία συνεχίζω να φοβάμαι μη με δει κανένας.

 

 

Συναντάω σε ένα διάδρομο ένα ζευγάρι κάπως μεγάλης ηλικίας. Με προσκαλούν στη χώρα τους για ένα 3ήμερο φεστιβάλ μακαρονιών. Πηγαίνω τελικά με κάποια αγαπητά συγγενικά πρόσωπα και βρισκόμαστε σε ένα εστιατόριο. Εκεί μας λένε ότι έχουν συλλέξει 20 είδη μακαρονιών. Κι εγώ αναρωτήθηκα πώς θα προλαβαίναμε να τα δοκιμάσουμε όλα μέσα σε 2-3 ημέρες. Αυτοί τότε αρχίζουν να τα ονομάζουν ένα-ένα από τη λίστα τους. Είναι τα μακαρόνια Φρανκφούρτης, τα μακαρόνια Αγ. Φρανσίσκου, Ναπολιτάνα, Πουτανέσκα, αλλά κι ελληνικά είδη όπως τα μακαρονάκια κοφτά, του Χατζημιχάλη (κρασί δεν είναι αυτό;). Επίσης μας είπανε ότι υπάρχει κι ένα άλλο είδος με το όνομα Μπαχρέιν, αλλά δεν θέλανε να το εντάξουν στη λίστα γιατί είναι σαν αγγλικό φαγητό. Σχεδόν δεν είχαν τίποτα και ήταν άνοστα έτσι ώστε να χρειάζεται να προσθέτεις δική σου σάλτσα.

 

 

Έλληνες Τσολιάδες με τις φουστανέλες τους του 1821, Γάλλοι στρατιώτες από την ίδια εποχή, και στρουμφάκια αναζητάνε γυναίκες. Όταν πηγαίνουν σε ένα εστιατόριο, βλέπουνε δυο ηλικιωμένες κυρίες γεμάτες ρυτίδες και το δέρμα τους όλο ζαρωμένο. Η μια πιο μεγάλη από την άλλη με διαφορά 20 χρόνια. Κολλάνε στη νεότερη μιας και είναι νεότερη αλλά και γιατί νομίζανε ότι τους μιλούσε. Όμως αφού προσέξουμε περισσότερο στο πρόσωπο και των δυο γυναικών (κάνοντας ένα καλό ζουμ) θα καταλάβουμε ότι δεν τους μιλούσε. Μάθαινε απλώς η νεότερη στη μεγαλύτερη τα λόγια. Ίσως για να βρει κι αυτή κάτι.

Ιανουαρίου 14, 2007

Δυο γενιές ψυχολόγων

Posted in Διάλογοι, Κοινωνικά στις 6:23 μμ από Διγέλαδος

Ίσως αυτή η περίληψη πλοκής θα μπορούσε να είναι και μια ιδέα για σενάριο ταινίας. Μέχρι και τους ηθοποιούς  ονειρεύτηκα:

Πατέρας Ψυχολόγος: Ρομπιν Ουίλιαμς

Κόρη Ψυχολόγου: Οποιαδήποτε όμορφη νεαρή ηθοποιός

Ασθενής: Μέριλ Στριπ;

Φίλη ασθενή: Τζίνα Ντέυβις

Ένας ψυχολόγος ερωτεύεται την ασθενή του. Η ασθενή του τον απορρίπτει, αλλά για άλλους λόγους. Ο ψυχολόγος προσπαθεί να την κάνει να αισθανθεί καλύτερα. Μέχρι που κάνει διάρρηξη στο σπίτι της για να αλλάξει τα παλιά ταλαιπωρημένα παπούτσια με κάτι ωραία καινούρια κόκκινα παπούτσια. Η ασθενής διαλέγει μια άλλη ψυχολόγο. Αυτό που δεν ξέρει είναι ότι αυτή η ψυχολόγος είναι η κόρη του ερωτευμένου ψυχολόγου, ενώ η κόρη δεν ήξερε ότι αυτή ήταν η ασθενής του πατέρας του. Όταν τις έδωσε κάποιες συμβουλές για τη ζωή της ήταν ακριβώς οι ίδιες με αυτές του πατέρα της (αυτολεξεί). Κάτι που την παραξένεψε την ασθενή πάρα πολύ. Τελικά μαθαίνει από μια φίλη της, από την οποία μάλλον είχε βρει τουλάχιστον τον ένα ψυχολόγο ότι είναι πατέρας και κόρη. Η ασθενής ένοιωσε πολύ άσχημα. «Μα δεν καταλαβαίνουν πόσο αρνητικά έχουν επηρεάσει τη ζωή μου, που είναι έτοιμη να καταστραφεί;» ρωτούσε τη φίλη της. «Κι εσύ δεν έχεις καταλάβει πόσο έχεις επηρεάσει θετικά αυτούς τους δύο ανθρώπους; Δίνοντας τους ένα λόγο ύπαρξης και σκοπού;»

Ιανουαρίου 11, 2007

Θέλω τα λεφτά μου πίσω

Posted in Διάλογοι, Κοινωνικά στις 10:02 μμ από Διγέλαδος

Από τον μεσημεριάτικο ύπνο μου 😉

Ήμουν σε ένα ταξί με την αδερφή μου στα πίσω καθίσματα και στο μπροστινό κάθισμα του συνοδηγού καθόταν μια κοπέλα, μάλλον τσιγγάνα ή Πακιστανή καλυμμένη με βρόμικους μανδύες. Ήθελε να μου πουλήσει ένα μανδύα/σάλι για 10 ευρώ. Είχα και την αδερφή μου να με κοιτάζει από δίπλα, τι να κάνω τον αγόρασα και μου τον έδωσε μέσα σε μια μικρή χάρτινη σακούλα. Βάζω το χέρι μου μέσα και αισθάνομαι κάτι να με γαργαλάει και να κινείται και βλέπω να βγαίνει τελικά μια αράχνη και να σκαρφαλώνει την πόρτα. Και άλλη μια να βγαίνει, και να μια άλλη πάνω στο χέρι. Γρήγορα τις τίναζα από πάνω μου. Ήμουν πάρα πολύ τρομαγμένος και δεν ήθελα καν να τις ακουμπάω γιατί τις φοβόμουν. Άρχισα να φωνάζω στην τσιγγάνα:

«Θέλω τα λεφτά μου πίσω!» «Τι πράγματα είναι αυτά» κτλ.

Αυτή στεναχωρημένη μου έδωσε ένα κίτρινο χαρτονόμισμα, το οποίο ήταν αξίας 20 ευρώ κι όχι 10 που της είχα ζητήσει. 

Βγήκαμε από το ταξί και ήμασταν σε ένα διάδρομο με την αδερφή μου και μου έλεγε ότι έπρεπε να ντρεπόμουν, που της ζήτησα τα λεφτά πίσω. Εγώ τις είπα ότι σιγά αυτοί βγάζουν μια χαρά λεφτά. Φυσικά άρχισε να με λέει ρατσιστή και τα σχετικά. Εγώ τότε άρχισα να κυνηγάω από πίσω την τσιγγάνα / Πακιστανή (ίσως από ενοχές, δεν θυμάμαι, πάντως ήθελα να τις μιλήσω).

Την βρίσκω τελικά. Ήταν πολύ στεναχωρημένη.

«Το ξέρω. Δεν ήταν ότι καλύτερο αυτός ο μανδύας. Είχε ωραίο χρυσό χρώμα, αλλά ήταν σε άσχημη κατάσταση. Ταλαιπωρημένο, τσαλακωμένο» μου είπε θλιμμένα.

Κι εγώ κάθομαι δίπλα της. Και τότε όλα τα καλύμματα από πάνω της φεύγουν και το πρόσωπο της καθαρίζει – ξεθολώνει. Είχε ένα γλυκό πρόσωπο. Μελαχρινή, με μια κάπως χοντρούλα μυτούλα. Γενικά μου έμμοιαζε αρκετά κι έννοιωθα μια σύνδεση, λες και ήταν ένα κομμάτι μου που μου έλλειπε ή απλώς μια αδελφή ψυχή. Κοίταξα γύρω-γύρω και συνειδητοποίησα ότι ήμασταν στα πίσω τραπεζάκια του Comedy-Club, στο οποίο σελίγο θα ξεκινούσε η παράσταση (παίζουν stand-up comedy εκεί και πέρασα πολύ πρόσφατα).  «Μα καλά» τη ρώτησα «τί κάνουμε εδώ;», «Εδώ έχω ξανάρθει (πριν αρκετούς μήνες) και έγινα ρεζίλι των σκυλιών, αλλά πέρασα φοβερά» Αυτή με κοιτούσε και χαμογελούσε συγκαταβατικά…

Περισσότερο δεν μπορούσα να μείνω στο όνειρό μου γιατί ήδη είχα αρχίσει να ξυπνάω..

Επόμενη Σελίδα