Οκτώβριος 24, 2007

Λύκοι

Posted in Φανταζύ στις 10:59 πμ από Διγέλαδος

Ήμαστε στο ημιυπόγειο ενός κάστρου. Έρχονται οι στρατιώτες-ιππότες να μας συλλάβουν. Εμένα και τον κολλητό μου. Πιστεύουν ότι εμείς φταίμε για την απελευθέρωση των λύκων. Ξέρουν όμως επίσης ότι έχουμε το μαγικό σπαθάκι που κρατάει τη δύναμή τους. Είναι χρυσό με λίγα κοσμήματα και η λεπίδα ελαφρά λυγίζει προς τη μια μεριά. Επίσης γύρω από την ίδια λεπίδα υπάρχουν σχηματισμένοι χρυσοί δακτύλιοι. Ήταν φυλαγμένο μέσα σε μια γυάλα.

Αφού δεν μπορούσαμε να φύγουμε γιατί μας είχανε περικυκλωμένους, το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε είναι να πάμε να το βρούμε και να το πάρουμε στα χέρια μας.Τρέχουμε καθώς εισβάλουν μέσα και στο τσακ το αρπάζουμε. Πηγαίνουμε πίσω στο ημιυπόγειο που είναι γεμάτο καθίσματα σαν εκκλησία. Δεν έχουμε άλλη επιλογή, πρέπει να το καταστρέψουμε. Και σπάω τη γυάλα μαζί της γίνεται θρύψαλα και το σπαθάκι. Όμως καθώς οι λύκοι ουρλιάζουν από έξω και γρατζουνάν στα παράθυρα πεινασμένοι τότε ο κολλητός μου με ρωτάει:

«Ναι, αλλά τώρα που καταστράφηκε, δεν θα εξαφανιστούν και οι λύκοι;»

Ναι έχει δίκιο, υποτίθεται ότι τους χρειαζόμασταν για να μας απαλλάξουν από τους στρατιώτες…

Powered by ScribeFire.

Advertisements

Σεπτεμβρίου 28, 2007

Παραμύθι

Posted in Φανταζύ στις 11:02 πμ από Διγέλαδος

Είδα ένα παραμύθι για όνειρο εχθές το βράδυ.

Ήμασταν σε ένα κάστρο με την οικογένεια μου. Παρόλο που είχαμε ολόκληρο κάστρο και θεωρούμασταν ως οι ευγενείς του χωριού δεν είχαμε ούτε μια δεκάρα. Παντού χρωστούσαμε και το κάστρο ήταν σε μια άθλια κατάσταση. Όπως και τα μεταξωτά – δαντελωτά – πολυτελή ρούχα μας τώρα είχανε γίνει κουρέλια και μόνο αν τα πρόσεχες πολύ καλά θα διέκρινες το λαμπρό παρελθόν τους.

Ένας ξένος ήρθε με τον βοηθό του και κέρδισαν τη φιλία μας. Όμως δεν ξέραμε τα ύπουλα μυστικά σχέδια του. Ήξερε για μια παράδοση που εμείς είχαμε προ πολλού ξεχάσει. Υπήρχε μέσα στο κάστρο ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο που κρατούσε όλα τα μυστικά της οικογένειας μας. Αλλά ο κύριος αυτός μόνο για ένα μυστικό το ήθελε. Το μυστικό που έδειχνε που είχαν κρύψει οι πρόγονοι μας τους διαμαντένιους κρυστάλλους τους.

Η ζωή μας κατά τα άλλα εξελισσόταν  ήσυχα μαζί με τους φιλοξενουμένους μας. Και φαινόταν ότι ο κύριος αυτός συμπαθούσε ιδιαίτερα την ξαδέρφη μου. Χωρίς να το καταλάβει όμως τον βοηθούσε στο ψάξιμο μέσα στα κειμήλιά μας. Τελικά βρήκε το πολυπόθητο βιβλίο, ανάμεσα σε άλλα βιβλία σε μια από τις βιβλιοθήκες μας. Ήξερε ακριβώς τι έψαχνε και το βρήκε αμέσως. Βρήκε λοιπόν τους κρυστάλλους και πήγε στο κρυφό του εργαστήρι με τον βοηθό του για να τους επεξεργαστούν. Ο μόνος τρόπος για να τους φανούν χρήσιμοι, όπως ήξερε ο κύριος, είναι να τους κόψουν σε μικρά κομματάκια. Κι έτσι και θα ήταν πιο εύκολο για αυτούς να διαφύγουν με αυτά. Με ειδικά εργαλεία τους σπάγανε και φτιάχνανε μικρά διαμαντένια δάκρυα.

Μετά από κάποια ώρα μέσα στη νύχτα καταλάβανε ότι είχε φύγει για τα καλά ο κύριος και ο βοηθός του. Και από τα απομεινάρια που αφήσανε πίσω καταλάβαμε ότι είχανε πάρει μαζί τους ένα θησαυρό. Όμως ευτυχώς η ξαδέρφη μου το είχε καταλάβει ότι κάτι τέτοιο θα κάνανε. Ήρθε σε μας με ένα τεράστιο χαμόγελο και μας είπε να μην ανησυχούμε. Γιατί είχε βρει το θησαυρό πριν από αυτόν και τον άλλαξε με ψεύτικους κρυστάλλους.

Έτσι φίλοι μου τώρα σας γράφω σε αυτό το βιβλίο το χαρούμενο τέλος της ιστορίας μας… «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να τα γράψεις όλα αυτά;» με διακόπτει από το γράψιμο η φίλη μου.
«Ναι, θέλω να την πω σε όλους με αυτόν τον τρόπο.»
«Μα μπορεί αυτό το βιβλίο που γράφεις να είναι ο λόγος που ήρθε ο μυστήριος κύριος να το βρήκε στο μέλλον κι έτσι να ήρθε για να το βρει.»
Κι εγώ της απαντάω:
«Ναι, αλλά αν δεν το έβρισκε, ούτε εμείς τότε θα βρίσκαμε το χαμένο θησαυρό μας. Κοίτα στην τηλεόραση. Κοίτα πόσο όμορφο πάλι έγινε το κάστρο μας.»

Και φαίνεται στην τηλεόραση ένα μεγάλο λαμπρό κάστρο όπου από μέσα αρχίζουν να βγαίνουν πρασινοντυμένοι τοξοβόλοι με κόκκινα φουλάρια και κόκκινες ζώνες και μπότες. Μουσική άρχισε να παίζεται σαν αυτές που παίζουν στο τέλος κάποιου μεγάλου έπους. Και η κάμερα πριν δείξει τους τίτλους τέλους έκανε ζουμ σε ένα πράσινο καπέλο ενός τοξοβόλου που είχε κάπως το σχήμα ενός μεσαιωνικού κράνους. Τόσο πολύ εστίαση έτσι ώστε από μπροστά να φαίνεται μόνο το κράνος και από πίσω να φαίνεται όλο κάστρο…

Powered by ScribeFire.

Ιουλίου 27, 2007

Μπόρα-Μπόρα

Posted in Φανταζύ στις 3:08 μμ από Διγέλαδος

Πηγαίνω πάλι σε ένα χώρο με πολλά καθίσματα. Αναμονής ήταν; δεν ξέρω (κι άλλη φορά που βλέπω χώρους αναμονής. Τι περιμένω άραγε; Ή είμαι στάσιμος;) Θέλω να πάω σε μια άλλη διάσταση, και σκέφτομαι, ευκαιρία είναι τώρα που κάθονται όλοι εκεί να τους κάνω εντύπωση. Στο μεταξύ ήδη κι άλλοι φίλοι μου έχουν περάσει στην άλλη διάσταση λέγοντας κάποιες μαγικές λέξεις. Χώνομαι ανάμεσα στα καθίσματα. Σηκώνομαι για να με δουν και φωνάζω «Άμπρα-Κατάμπρα» Χμμμ.. τίποτα δεν γίνεται. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν έτσι.. Έρχεται και μια φίλη μου και λέμε μαζί: «Κατάμπρα!» Όλα άρχισαν γύρω μας να παραμορφώνονται και βρεθήκαμε μόνοι μας σε ένα ερειπωμένο, τσιμεντένιο δωμάτιο, με ένα τηλέφωνο μόνο κρεμασμένο και ένα-δυο καθίσματα εδώ κι εκεί. Όχι δεν ήταν ο σωστό χώρος. Μάλλον πάλι είπα τη λάθος λέξη. Πρέπει να ξαναδοκιμάσουμε. Και φωνάζουμε «Μπόρα-Μπόρα!» Πάλι όλα μεταμορφωθήκανε κι αυτή τη φορά πρέπει να είμαστε στο σωστό χώρο. Παντού πρασινάδα, και κάτι παράξενα φυτά. Πρέπει να ήταν άνοιξη γιατί μόλις λιώνανε τα χιόνια.
«Να πάρει» λέω στη φίλη μου, «Πρέπει σε αυτή τη διάσταση να περάσανε αρκετοί μήνες μέχρι να καταφέρουμε να μεταφερθούμε κι εμείς. Ελπίζω να προλάβαμε.»
Βλέπουμε μπροστά μας στον ορίζοντα μια γέφυρα να κατεβαίνει. Εμείς δεν μπορούμε να την ανεβούμε για να μπούμε, και στο μεταξύ έρχονται οι κακοί ιππότες από την άλλη μεριά πηδώντας τη γέφυρα. Επειδή είναι πολύ υπερυψωμένη στην αρχή οι ιππότες τρώνε τα μούτρα τους όταν πηδάνε από αυτήν, αλλά σιγά-σιγά καθώς κατεβαίνει αρχίζουν να πηδάνε με ασφάλεια και να τρέχουν προς το μέρος μας. Κρυβόμαστε εμείς πίσω από ψηλούς πράσινους θάμνους. Προσπαθώ να βρω όπλα, αλλά δεν βρίσκω και στο μεταξύ λέω στη φίλη μου:
«Προετοιμάσου, έρχονται!»

Powered by ScribeFire.

Φεβρουαρίου 18, 2007

Μαγικό Κουτί

Posted in Περιπέτειες, Φανταζύ στις 9:50 πμ από Διγέλαδος

Πρέπει να το βρούμε αυτό το κουτί. Θα είναι στο γραφείο του. Τι λες;

«Σίγουρα εκεί θα είναι» μου λέει η φίλη μου.

«Πρέπει να δοκιμάσουμε» μας παρακινεί και η άλλη φίλη μου.

Τώρα που λείπει από το γραφείο. Είναι η καλύτερη ευκαιρία.

«Ναι, πάμε» συνεχίζει η μια φίλη μου.

«Ναι» συμφωνεί και η άλλη φίλη μου.

 Μπαίνουμε μέσα. Είναι ένα κλασσικό γραφείο, με τη βιβλιοθήκη και τα ράφια του. Με το κλασσικό καφέ γραφείο και τη πολυθρόνα. Όμως το κουτί είναι άφαντο. Είναι η μόνη μας διέξοδο αυτό το κουτί. Με αυτό θα γλυτώσουμε απ’ όλα. Πόσο το ποθούμε. Δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο πια να περάσουμε μέσα από αυτό στην άλλη διάσταση. Στον κόσμο μας. 

«Δεν είναι εδώ!» Αναφωνεί η μια φίλη μου.

«Ούτε εγώ το βρίσκω!» φωνάζει αγχωμένη η άλλη φίλη μου. 

Μήπως το έβαλε κάπου στο γραφείο της γραμματέας του; Πάμε να κοιτάξουμε εκεί!

Συμφωνούν και με ακολουθούν γρήγορα, γιατί ο χρόνος μας πιέζει. Σύντομα θα γυρίσει.  Όμως δεν το βρίσκουμε ούτε εκεί.

«Δεν είναι εδώ, τί θα κάνουμε;»

«Γρήγορα να μπούμε μέσα στο γραφείο, να κρυφτούμε»

Μπαίνουμε μέσα. Και τότε παρατηρούμε κάτι σαν κουτί, τσάντα στο πρώτο ράφι από το δάπεδο. Δεν ήταν όμως το ίδιο το κουτί που ψάχναμε.

«Αυτό πρέπει να μας κάνει!» λέει η μια φίλη μου.

Και οι τρεις σκεφτόμαστε ότι δεν είναι αυτό από μέσα μας.

«Αυτό είναι δεν γίνεται, δεν γίνεται αλλιώς!» λέει η δεύτερη φίλη μου.

Ακούμε βήματα, τρομάζουμε. Αυτός είναι έρχεται. Το χερούλι της πόρτας του γραφείου αρχίζει να μετακινείται. Εμείς τρέχουμε προς το κουτί. Δεν έχουμε άλλη λύση. Σκύβουμε και γονατίζουμε και οι τρεις. Τη στιγμή που ανοίγει την πόρτα, εμείς το ανοίγουμε. Παίρνουμε φόρα και βουτάμε μέσα με τα κεφάλια σαν κάποιοι αδέξιοι κολυμβητές. Το μόνο που καταφέρνουμε όμως είναι να κουτουλήσουμε τα τρία κεφάλια μας. Δεν μπήκαμε μέσαμε. Είμαστε ακόμα στο γραφείο και τα κεφάλια μας πονάνε. Ο κύριος μας κοιτάει έκπληκτος. 

«Καλά τι κάνετε εσείς εδώ; Γρήγορα έξω!» Μας φωνάζει θυμωμένος.

Εμείς δεν μπορούμε τίποτα άλλο να κάνουμε παρά να υπακούσουμε. 

Φεβρουαρίου 1, 2007

Lexx o Conan

Posted in blogοσφαιρα, Φανταζύ στις 8:25 πμ από Διγέλαδος

δυνατά αρχέτυπα στο όνειρο του Lexx. To Animus του Lexx είναι ο Conan, ο οποίος αντιμετωπίζει μια σκιά – trickster που δεν φαίνεται να νικιέται όσο εύκολα νόμιζε.

Ιανουαρίου 2, 2007

Κάστρα, ερήμους και γιγάντια μυρμήγκια

Posted in Περιπέτειες, Φανταζύ στις 10:48 πμ από Διγέλαδος

Μια ιστορία επικών διαστάσεων.

 Ήμουν σε ένα μεγάλο κάστρο. Κοιτούσα τους διαδρόμους από εδώ κι εκεί. Σε έναν τοίχο υπήρχε μια τρύπα που είχε ένα μεταλλικό περίβλημα. Δυστυχώς από την τρύπα δεν έβλεπες και πολλά πράγματα, επειδή στην τρύπα υπήρχε ένα φακός που παραμόρφωνε την εικόνα και το μόνο που μπορούσα να δω ήταν κάτι σαν μια χάρτινη κάρτα που κρεμόταν ανάμεσα σε κάτι μοχλούς. Δυστυχώς μετά από αυτό με πιάσανε και με πήγανε στα μπουντρούμια, αλλά δεν με κλειδώσανε γιατί έτσι κι αλλιώς ήμουν ένας δικός τους. Έτσι κι εγώ την έκανα σιγά-σιγά με ελαφρά πηδηματάκια. Αφού βγήκα από τα κελιά βρέθηκα έξω από το κτίριο πάνω σε χρυσή αμμό, αλλά ήμουν ανάμεσα σε δυο κομμάτια του. Σαν να ήταν χωρισμένο σε δυο πύργους. Αριστέρα μου μπορούσα να δω μια τρύπα. Και κατάλαβα ότι αυτή η τρύπα πρέπει να ήταν ίδια που είδα προηγουμένως γιατί είχε τον ίδιο φακό. Κοίταξα από δεξιά για να δω τι έβλεπε αυτος φακός και ήταν κάτι σαν μια συσκευή με πολλούς μεταλλικούς μοχλούς. Το χαρτί-στοιχείο που είχα δει το έψαξα και το βρήκα εκεί που περίμενα ανάμεσα τους, αν δεν το είχα δει από την άλλη μεριά του τείχου για να ξέρω που να ψάξω δεν θα το έβρισκα. Σκέφτηκα ότι αυτό ήταν ένα στοιχείο που θα με βοηθούσε. Εγώ ήθελα να φυγώ και γύρω είχε μια μεγάλη έρημο. Μετά βρέθηκα στο κομμάτι του κτιρίου που έννωνε τους δυο πύργους. Καθώς κοιτούσα τη θέα και προσπαθούσα να αποφασίσω τι να κάνω ήρθε ένας άνδρας από κάτι τεράστια σκαλοπάτια σε μήκος και πλάτος που ξεκινούσαν από την έρημο και κατέληγαν στο είσοδο του κτιρίου που βρισκόμουν, το οποίο δεν είχε τείχη γύρω του. Αυτός με φώναζε να έρθω να βοηθήσω γρήγορα. Εγώ επειδή ήθελα να φύγω έτσι κι αλλιώς τον ακολούθησα. Η έρημος δεν τελειώνε. Κάποια στιγμή βρήκα κάποιον που είχε χαθεί. Ίσως ήταν ο πατέρας μου. Ήταν πολεμιστής και πολεμούσε τα γιγάντια μυρμήγκια της ερήμου που βγαίνανε και μπένανε από την έρημο σαν τα μεγάλα πλάσματα του Dune. Όσο ήμουν εκεί δεν είχαν εμφανιστεί. Άλλα έπρεπε να βιαστούμε να γυρίσουμε όλοι πίσω στο κάστρο. Τρέχαμε όσο μπορούσαμε μέσα στην άμμο. Φυσικά τα μυρμήγκια δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Και οι δαγκάνες τους όλο και μεγαλώνανε καθώς μας πλησίαζανε βγαίνοντας μέσα από την έρημο. Εκεί που είχαμε χάσει κάθε ελπίδα έκανε την θριαμβευτική του είσοδο το «ιππικό». Ήταν άλλοι πολεμιστές που μας είχαν εντοπίσει και ήρθαν για να μας βοηθήσουν βγάζοντας τρομερές ιαχές.

Πολύ ΣΚΑΙ βλέπω μου φαίνεται … 

Αύγουστος 28, 2006

Μάγισσες και 2 Αδέρφια σώζουν έναν άλλο κόσμο

Posted in Περιπέτειες, Φανταζύ στις 5:37 μμ από Διγέλαδος

Δυο αδέρφια, ταξιδιώτες δυο διαστάσεων προσπαθούν να σώσουν τα τελευταία πανέμορφα και ευφυέστατα χνουδωτά αλλά και μικρόσωμα πλάσματα της μιας διάστασης από τον επικείμενο πόλεμο με τους θαλάσσιους εχθρούς τους. Ξέρουν ότι δεν έχουν καμιά πιθανότητα απέναντι τους, αλλά δεν τους είχαν αφήσει καμιά πιθανότητα. Οι ταξιδιώτες ξέρουν ότι ο μόνος τρόπος για να σωθούν είναι να μεταφερθούν στην άλλη διάσταση τους, τη Γη. Αυτό όμως μπορεί μόνο να γίνει με τη βοήθεια των γήινων αιώνιων μαγισσών. Ήδη ήταν γνωστές σε αυτούς. Μάλιστα η μεσαία ήδη έχει φτιάξει έναν δεσμό παραπάνω από φιλικό με το ένα αδέρφι, τον πιο πρακτικό. Ενώ οι άλλες δυο είναι ερωτευμένες με τον δεύτερο και συνέχεια μαλώνουν για αυτόν. Φυσικά οι μάγισσες δεν μπορούσαν να αρνηθούν στους αγαπητικούς τους. Άλλά λόγω της δυσκολίας αυτής της πράξης έπρεπε να καλέσουν κι άλλους. Πλάσματα που το καθένα μέσα του ήταν ένα συνάθροισμα από δαιμονικά στοιχειά, ανθρώπινες ιδιότητες και μαγικά. Καθώς είχαν συγκεντρωθεί με τη μια μάγισσα για να τους πει το σχέδιο μπήκε μέσα ο ένας αδερφός για να ενημερωθεί για την εξέλιξή. Ο ταξιδιώτης για να τους ευαισθητοποιήσει περισσότερο στο θέμα της άνισης μάχης στην άλλη διάσταση, σύγκρινε τα πορτοκαλί πλάσματα που χρειαζόντουσαν την βοήθεια τους με τους ιθαγενείς της Αμερικής Απάτσι που αμυνόντουσαν έναντί των νέο-αφιχθέντων αμερικάνων. Όμως αυτή η αναφορά φαίνεται να άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή ενός από τους δαίμονες – τέρατα. Αυτός καθόταν πίσω, αλλά δεν άργησαν όλοι να αντιληφθούν τι γίνεται και να γυρίσουν πίσω. Άρχισε να μεταμορφώνεται σε ένα γίγαντα που για πόδια είχε το πρόσωπα του Λίνκολν. Ενώ σύντομα οι γροθιές έπαιρναν κι αυτές το σχήμα του ίδιου προσώπου που ήθελαν σύντομα να εκφράσουν έμπρακτα την οργή του τέρατος. Γρήγορα η μάγισσα έδιωξε τον ταξιδιώτη από το δωμάτιο και μαζί με τους άλλους προσπάθησε να ηρεμήσει το τέρας. Μετά από μερικά λεπτά η μάγισσα βγήκε έξω να μιλήσει μαζί τον αγαπημένο της και του εξήγησε ότι μάλλον η λέξη Απάτσι πρέπει να είναι μια λέξη κλειδί που ενεργοποιεί κάποια είδους μεταμόρφωση στο δαίμονα αυτό, του οποίου η ηλικία του πρέπει να ξεκινάει από εκείνη την εποχή.

 

Το πρόβλημα με την όλη υπόθεση ήταν ότι αν ήθελαν να μεταφέρουν τα αμυνόμενα πλάσματα από την άλλη διάσταση θα έπρεπε να τους βρουν καινούρια σώματα επειδή δεν μπορούν να τα πάρουν μαζί τους, μιας και αυτή η μεταφορά είναι μόνο ψυχική. Αφού φύγανε όλα οι δαίμονες και τα τέρατα για να κάνουν αυτό που έπρεπε. Μείνανε οι δυο αδερφοί και οι τρεις μάγισσες. Η μεσαία μάγισσα κι ο αδερφός με τον οποίο είχε δεσμό κάτσανε για να προετοιμάσουνε τα υλικά και να κάνουν τις σχετικές τελετουργίες.

Επίσης η ίδια μάγισσα έδωσε ένα μεγάλο ψαλίδι στον αδερφό του αγαπητικού της και του είπε να κόψει τα νήματα των ψυχών που είναι δέσμια των σωμάτων που βρήκαν ώστε να είναι σκέτα κουφάρια. Πάνω σε ένα μικρό τραπέζι έπρεπε να φτιάξουν ένα κάδρο το οποίο θα λειτουργήσει ως πύλη. Αυτό το κάδρο αφού σχηματίστηκε με αιωρούμενα λεπτά μακριά ξύλα τοποθετήθηκε έτσι ώστε να κρέμεται με έναν μαγικό τρόπο πάνω από το τραπέζι κάθετα σαν ένας καθρέφτης. Από πίσω είχε κάτσει η μάγισσα για να συνεχίσει να κάνει τα διάφορα μαγικά της αλλά και να υποδεικνύει στον ταξιδιώτη τι έπρεπε να κάνει. Υπήρχε ένα άλλο μεγαλύτερο τραπέζι και πάνω σε αυτό άλλα μικρότερα κάδρα έτοιμα με φωτογραφίες. Ο ταξιδιώτης θα έπρεπε να αρχίζει να παίρνει με συγκεκριμένο τρόπο τα κάδρα και να τα πετάει μέσα στο μεγαλύτερο κάδρο που αιωρούταν μπροστά από την μάγισσα. Αναρωτήθηκε γιατί δεν ήταν μεγαλύτερος γιατί έτσι έκανε κάπως πιο δύσκολο το έργο του, δηλαδή να καταφέρνει να στοχεύει σωστά με το κάθε κάδρο. Σιγά η πύλη ενεργοποιούταν, βλέποντας πράσινη λαμπυρίζουσα σκόνη να κάνει κύκλους μέσα της. Όμως με αυτόν τον τρόπο αλλοιώθηκε και το πρόσωπο της μάγισσας που φαινόταν από πίσω ή μάλλον τα ίδια τα μαγικά φανέρωσαν το αληθινό πρόσωπό της. Ένα γερασμένο πρόσωπο και πολύ άσχημο. Κάτι που τάραξε τον ταξιδιώτη, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είπε τίποτα και προσπάθησε να μείνει συγκεντρωμένος σε αυτό που έκανε.

 

Ο άλλος αδερφός και ταξιδιώτης μεταφέρθηκε στον άλλον πλανήτη για να οδηγήσει τους φίλους του. Μοιάζανε σε μικρές πορτοκαλί αλεπούδες, αλλά με κοντά άκρα και μπορούσαν να περπατάνε όρθια στα πίσω πόδια τους. Φορούσαν ζώνες από τις οποίες κρεμόντουσαν τα όπλα τους. Αυτός είχε πάει από μπροστά τους, και όλοι μαζί τρέχανε προς τη θάλασσα. Από εκεί βρισκόταν η έξοδος τους και τους φώναξε με δύναμη να μη φοβούνται τίποτα και να τον ακολουθήσουν. Έτσι άρχισαν να τρέχουν από πίσω τους βγάζοντας θριαμβευτικές ιαχές.

Αύγουστος 27, 2006

Μάγος, Γίγαντας-Τέρας του, Κυνηγητό, Δεν με πιάνει κανείς

Posted in Περιπέτειες, Φανταζύ στις 5:40 μμ από Διγέλαδος

Δεν θυμάμαι πως φτάσανε τα πράγματα ως εκεί, αλλά πάντως ένας μάγος με τυπική εμφάνιση του όχι πολύ γέρου με το γκρίζο γενάκι του και την κάπα του προσπαθούσε να αποφασίσει τι σόι μάγος θα γίνει, αλλά δεν ήθελε να γίνει σαν όλους αυτούς τους λευκούς ή μαύρους και γκρίζους μάγους. Ήταν απογοητευμένος από τις επιλογές που του δίνονταν. Ώσπου αποφάσισε να γίνει ένας κόκκινος μάγος. Έπρεπε να έχει και τον πρώτο πιστό του όμως. Όπως βρισκόταν στα σκοτεινά δρομάκια μιας μεσαιωνικής πόλης βρήκε έναν τύπο με μαύρο μούσι και μακριά μαύρα μαλλιά που ζητούσε βοήθεια ζητιανεύοντας εδώ κι εκεί. Ο μάγος τον πλησίασε και τείνοντας τα χέρια του προς τους ώμους του τύπου σήκωνε τις παλάμες του όλο και πιάνω. Έτσι οι ώμοι του ζητιάνου σιγά-σιγά παίρνανε όλο και πιο μεγάλο ύψος σαν δυο πουλιά να τον είχαν πιάσει από τους ώμους του και προσπαθούσαν να τον σηκώσουν, αλλά το μόνο που καταφέρνανε είναι να τον ψηλώνουν. Από τη στιγμή που άρχισε να παίρνει μπόι η καμπαρτίνα του έγινε κόκκινη.

 

Στο τέλος αυτής της μεταμόρφωσης βρεθήκαμε σε ένα πολύ ανοικτό πεδίο στην εξοχή. Όπου εκεί μπορούσα να δω καθαρά το αποτέλεσμα. Ένας γίγαντας που είχε την μορφή του αρχαίου μυθικού πάνα, δηλαδή με τις οπλές του και τα άλλα γαϊδουρίσια χαρακτηριστικά. Ήταν γεμάτος αυτοπεποίθηση κι ένοιωθε σαν θεός. Ο μάγος για να τον τεστάρει τότε επέλεξε να εμφανίσει κάποιους εχθρούς ώστε να τον δει πως θα τα πάει. Φυσικά η μάχη ήταν συγκλονιστική με την ενέργεια των εχθρών να ελαττώνεται πιο γρήγορα από αυτόν, η οποία φαινόταν με αριθμούς από πάνω τους.

 

Αφού τελείωσε η μάχη, έμεινε ο γίγαντας πιστός του μάγου, ο ίδιος ο μάγος και τέσσερα κοντούλικα τερατάκια συνδυασμού ogre με νάνου. Στο μεταξύ έναν από αυτούς, αφού διάβάσα το όνομά του από πάνω τον αναγνώριζα από μια παλαιότερη μάχη που είχα μαζί του και μάλιστα πρέπει να τον είχα νικήσει. Όμως εκείνη τη στιγμή άλλαξαν κάποια πράγματα. Εγώ βρέθηκα στη θέση τους και αυτοί ήταν πέρα μακριά ανάμεσα στα δέντρα και τις σκιές τους κρυμμένοι. Τότε άρχισαν να τρέχουν για να μου επιτεθούν κι εγώ να τρέχω για να τους αποφύγω. Μαζί τους ήταν κι άλλα ανθρωπόμορφα πλάσματα που με κυνηγούσαν. Μου πετούσαν τόξα και είχαν τα σπαθιά τους στον αέρα. Ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω, αλλά είδα ότι τα βέλη τους δεν μπορούσαν να μου κάνουν ζημιά γιατί μάλλον τα πετούσαν με λίγη δύναμη και δεν μπορούσαν να με φτάσουν κι όσα με φτάνανε μπορούσα να τα αποκρούω. Ενώ όταν με πλησιάσανε αρκετά για να χρησιμοποιήσουν τα σπαθιά τους πάνω μου, εγώ με μια μπουνιά μόνο μπορούσα να τα ρίχνω κάτω. Ήταν κάτι σαν ζόμπι κι όλα είχαν ένα μεγάλο σκούρο σημάδι στο μέτωπό τους λες και ήταν τρύπα. Αφού εξουδετέρωσα την ομάδα που βρισκόταν γύρω μου εγώ και οι σύμμαχοι μου (που εμφανίστηκαν από το πουθενά) κάτσαμε σε ένα κομμάτι μιας άσπρης σκηνής. Αυτή η σκηνή ήταν χωρισμένη σε διάφορα δωμάτια και σε κάθε δωμάτιο βρισκόντουσαν οι εχθροί μου. Οι σύμμαχοι μου είχαν τρομάξει και φοβόντουσαν ότι θα μας βρουν αλλά τους είπα να μην ανησυχούν. Κάποια στιγμή πέρασε κι από μας μια ομάδα και μας είπαν αν είχαμε δει κανέναν (δηλαδή εμένα). Και είπα φυσικά όχι κι έφυγαν ψάχνοντας με 🙂

Ιουνίου 20, 2006

MatchGame

Posted in Μυστηρίου, Φανταζύ στις 4:13 μμ από Διγέλαδος

O Γιουνγκ (ή κάποιος που του έμοιαζε, μπας και ήταν κανας Φρόυντ;) βρίσκεται στο σπίτι του. Ένα παλαιομοδίτικο σπίτι (τι άλλο θα ήταν εκείνη την εποχή) με τις βιβλιοθήκες του, τις καφέ δερμάτινες καρέκλες και τον χαμηλό φωτισμό του από πορτατίφ που καίνε λάδι. Κάτι σκέφτεται πάρα πολύ βαθιά. Είχε σχέση με ένα μυστικό που έχει την κωδική ονομασία MatchGame δυστυχώς έχουν πάρει τα πράγματα μια άσχημη εξέλιξη κι αυτό σημαίνει δραματικό τελός για αυτόν και τους συνεργάτες του. Μάλλον θα έπρεπε να αυτοκτονήσουν. Σηκώνει το τηλέφωνό του, ο πρώτος που έπρεπε να πάρει τηλέφωνο ήταν ο Βολταίρος (τώρα τι σόι τηλέφωνο ήταν αυτό που θα έφτανε τον Βολταίρο και την εποχή του δεν ξέρω, πάντως το όνειρό τελειώνει εκεί … )

 Μετά βρέθηκα σε ένα θόλο που ανεβαίνει προς τον ουρανό και μέσα από αυτό μπορείς να αλλάξεις την τοποθεσία γύρω σου. (Σαν το Myst V) Στην αρχή είχα ταξιδέψει με τα πόδια ή με άλλο μεταφορικό μέσο μέσα από ενα δασώδες μέρος που είχε και τα πέτρινα κατασκευάσματά του και τις ομορφιές του. Τώρα μέσα από το θόλο έβλεπα το ίδιο μέρος να σκοτινιάζει από τη σκιά των γρίζων τεράστιων διαστημόπλοιων που είχαν ξεκινήσει τον πόλεμο εναντίον των κατοίκων αυτού του κόσμου (αν και αυτοί στα διαστημόπλοια μπορεί να ήταν από τον ίδιο κόσμο) και άρχιζουν να καταστρέφουν τα πάντα από κάτω τους με φωτιές και εκρήξεις.

νοτ γκουντ νοτ γκουντ ατ ολλ. 

Απρίλιος 20, 2006

Η περικεφαλαία του τρόμου κι ο λαβύρινθος με τους νάνους

Posted in Εμπνεύσεις, Φανταζύ στις 6:38 μμ από Διγέλαδος

Είναι περίεργο να διαβάζεις σε ένα βιβλίο κάτι που είχες ονειρευτεί χρόνια πριν. Στο βιβλίο «Η περικεφαλαία του τρόμου, Ο μύθος του Θησέα και του Μινώταυρου» του Πελεβίν, Βικτόρ (αγγλικός τίτλος: The Helmet of Horror) βρίσκονται χωρίς να ξέρουν πώς σε ένα chat room 8 χαρακτήρες. Ο καθένας έχει το δικό του δωμάτιο και σιγά-σιγά ανακαλύπτουν ότι τα δωμάτια αυτά ανήκουν σε ένα λαβύρινθο. Αυτός ο λαβύρινθος και η περιγραφή των ονείρων της Αριάδνης (ένα από τα 8 ψευδώνυμα) είναι όπως το όνειρο που είχα 3 καλοκαίρια πριν, το οποίο ήταν τόσο ρεαλιστικό που με είχε τρομάξει. Τόσο πολύ που δεν ήθελα να το γράψω κάτω. Όντως στο όνειρο μου υπήρχε μια παρέα από 5 με 8 άτομα. Ο καθένας είχε τη δική του προσωπικότητα και τις δικές του ικανότητες. Εγώ τους καθοδηγούσα από μπροστά όπως σε ένα RPG παιχνίδι. Ακόμα θυμάμαι τους ήχους που έκαναν τα πέδιλα – παπούτσια που φορούσαμε πάνω στο πέτρινο δρομάκι. Κάποια στιγμή έπρεπε να μπούμε μέσα από μια είσοδο σε μια μεγάλη έπαυλη που είχε διαδρόμους με τοίχους φτιαγμένους από πράσινους θάμνους, σαν ένας κήπος – λαβύρινθος. Κάποιοι από την παρέα εκφράσανε τους ενδοιασμούς τους για την είσοδό μας. Αλλά ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει, όπως πίστευα τότε, επειδή κάτι με καλούσε. Τα μονοπατάκια ακολουθούσαν να είναι φτιαγμένα από όμορφες γυαλιστερές πέτρες. Είχε πια βραδιάσει και οι δάδες πάνω από τους τοίχους (που ήταν περίπου στο ύψος μας, αν όχι χαμηλότεροι) φώτιζαν κάπως το δρόμο μας. Σε κάποια σημεία υπήρχαν αγαλματίδια νάνων κάτι που με παραξένεψε. Σε κάποιο σημείο και μάλιστα νομίζω στο κέντρο του λαβυρίνθου κοντά σε ένα σιντριβάνι, υπήρχαν δυο νάνοι με ρούχα κληρικών και τις κουκούλες τους κατεβασμένες προς τα πίσω. Μας καλωσόρισαν και μας οδήγησαν σε ένα μικρό ίσιο φωτισμένο δρομάκι με πολλές δάδες κι από τη μια μεριά και από την άλλη σε ίση απόσταση μεταξύ τους σε ένα σπίτι. Μπροστά από την πόρτα του σπιτιού ήταν και ένας τύπος πιο ψηλός από τους νάνους και τα ρούχα του ήταν μακριά και γκρίζα με την κουκούλα να καλύπτει σχεδόν όλο το πρόσωπο του, αλλά μόλις ξεχώριζα το γένι του. Αυτός ήταν που μας καλούσε και είχε κάτι να μας πει. Αλλά τη στιγμή που σήκωσε τη κουκούλα του, εγώ ξύπνησα. Ήμουν στο καναπέ μου, σήκωσα λίγο το κεφάλι μου, αλλά ζαλιζόμουν. Ήταν όλα τόσο ρεαλιστικά που ακόμα για λίγο ένοιωθα ότι ήμουν εκεί κι αμέσως πήγα να ανοίξω το φως για να διώξω το τις εικόνες από το όνειρό μου. Για να δούμε τελικά αν και οι ήρωες του βιβλίου που διαβάζω θα βρουν τρόπο να αντιμετωπίσουν το δικό τους μινώταυρο και μετά την έξοδο ή θα συναντήσουν τον ίδιο τύπο όπως εγώ.

Επόμενη Σελίδα